ΑΠΟΨΕΙΣ

Εσοδεία: μια κοινώς αποδεκτή αναπόδεικτη πραγματικότητα

  23/07/2020

του Αργύρη Τσακίρη

 

TsakirisInside.jpg

Οι καιρικές συνθήκες μεταβάλλουν την τροφοδοσία με νερό, την ηλιοφάνεια, τη διακύμανση της θερμοκρασίας, τους ανέμους κ.ά. Είναι επίσης δυνατόν να επιδράσουν έμμεσα στο αμπέλι μέσω της ανάπτυξης των μικροοργανισμών. Όλα αυτά θα μπορούσαν να μελετηθούν με αρκετή ακρίβεια όσον αφορά την επίδρασή τους στο τελικό αποτέλεσμα, το κρασί, εφόσον η ποιότητα του κρασιού μπορούσε να μετρηθεί επιστημονικά με μεγάλης κλίμακας αισθητήριες αναλύσεις. Το θέμα λοιπόν της ετυμηγορίας για μια καλή ή κακή χρονιά στο κρασί είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί. Μάλιστα, μια μελέτη των διεθνών επιστημονικών δημοσιεύσεων καταδεικνύει ότι το εν λόγω θέμα δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικών δημοσιεύσεων. Άλλωστε, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη συλλογή μεγάλου όγκου δεδομένων για αρκετά χρόνια. Ένας άλλος λόγος που το θέμα αυτό δεν προσελκύει το επιστημονικό ενδιαφέρον είναι το χαμηλό σχετικά αναλυτικό του επίπεδο.

Για τη μελέτη, λοιπόν, της επίδρασης της εσοδείας στο κρασί θα μπορούσαμε να παρακάμψουμε την έννοια της ποιότητας και να βασιστούμε σε ένα πιο αντικειμενικό παράγοντα μέτρησης. Αυτός είναι η εμπορική αξία του κρασιού και οι τιμές πώλησής του. Με αρκετή προσέγγιση, οι τιμές αυτές θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν την ποιότητα και τη μεταβολή αξίας που έχει ένα συγκεκριμένο κρασί κάποιου συγκεκριμένου παραγωγού από χρονιά σε χρονιά, ανάλογα με την εσοδεία.

Διεθνώς, εκτός από δύο περιοχές, Βουργουνδία και Μπορντό, άντε και κάποιες της Ιταλίας, πρακτικά δεν θα ακούσουμε να γίνεται ιδιαίτερος λόγος για καλή και κακή εσοδεία. Ίσως να υπάρχουν πληροφορίες για μικρή και μεγάλη παραγωγή ή για κάποιες καταστροφικές περιπτώσεις. Η όλη διαδικασία καθιέρωσης της έννοιας της εσοδείας στις περιοχές αυτές έχει δημιουργηθεί σε βάθος αρκετών εκατονταετιών. Έγινε με την υποστήριξη των κριτικών και κυρίως των ενδιάμεσων εμπόρων, οι οποίοι σπεύδουν να αγοράσουν μαζικά τα κρασιά μιας χρονιάς, τα οποία θεωρούν ευκαιρία, κυρίως με σκοπό την παλαίωση. Η έννοια, λοιπόν, της εσοδείας είναι συνδεδεμένη με τη δυνατότητα παλαίωσης, κάτι που θα πρέπει να αποδειχθεί κάθε φορά σε βάθος χρόνου. Από την άλλη μεριά, σε περιοχές με σχετικά σταθερές καιρικές συνθήκες από χρονιά σε χρονιά (όπως είναι και η Ελλάδα), η έννοια «εσοδεία» και ό,τι αυτή συνεπάγεται, μπορεί να μην είναι φανερή όσο σε άλλες περιοχές με πιο οριακές συνθήκες καλλιέργειας.

Όσον αφορά, πάντως, τις τιμές των κρασιών, στην Ελλάδα δεν έχουμε δει να εξαρτώνται από την εσοδεία και να την ακολουθούν. Δηλαδή, δεν είδαμε ποτέ παραγωγό να αυξομειώνει τις τιμές ανάλογα με την εσοδεία και εξαιτίας της αυξομείωσης της ζήτησης, ούτε τη διανομή κρασιών να έχει αντίστοιχα ανακλαστικά και να προβαίνει σε ανάλογες αυξομειώσεις (οι εξαιρέσεις ελάχιστες, αφορούν κυρίως λίγα κρατημένα κρασιά κάποιων καλών εσοδειών, που πωλούνται συνήθως από τους ίδιους τους οινοποιούς, κάθε άλλο παρά μαζικά, με προοπτικές περαιτέρω παλαίωσης ή και άμεσης κατανάλωσης κατόπιν χρόνων από τη χρονιά παραγωγής του κρασιού). Οι όποιες αυξήσεις (σπάνια μειώσεις) τιμών που βλέπουμε οφείλονται σε άλλους παράγοντες της εμπορίας (μάρκετινγκ). Αυτό όμως δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό κρασί δεν δημιουργεί «εσοδείες». Σε αυτό το σημείο ας επιτραπεί μία προσωπική εμπειρία: Νάουσα 1991 (αν θυμάμαι καλά), βροχερή περίοδος ωρίμασης, ξινόμαυρο μετά βίας 11 βαθμών. Το 1994, αξέχαστη χρονιά, με 14 βαθμούς και υπέροχο κρασί. Η διαφορά είναι ολοφάνερη, αλλά δεν αποτυπώθηκε στις τιμές.

Ένα άλλο παράδειγμα που επιβεβαιώνει περαιτέρω την κατατιθέμενη άποψη είναι το εξής: Αρκετά χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της σταδιοδρομίας μου ως οινογράφος, δημοσίευσα ένα άρθρο βασισμένο σε μια συσχέτιση δεδομένων. Πήρα δεδομένα γευσιγνωσίας για την περιοχή Νεμέας από τον ετήσιο οδηγό κρασιών «Alpha Wine Guide» και τα συνέκρινα με τα κλιματολογικά δεδομένα που είχε δημοσιεύσει η εφημερίδα «Το Aμπελοτόπι». Αυτό έγινε για συγκεκριμένους παραγωγούς, για τα ίδια κρασιά και για διαφορετικές χρονιές. Δεν προέκυψε, όμως, κάποιος στατιστικά επιβεβαιωμένος συσχετισμός.

Στην Ελλάδα, ποτέ και κανείς δεν δημιούργησε ένα πίνακα δεδομένων για τα κρασιά κάθε οινοπαραγωγικής περιοχής ανά εσοδεία, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν δεδομένα, πέρα από αυτά που εμφανίζονται ως προσωπικές εκτιμήσεις. Απαιτείται ένα ισχυρό πλέγμα επαγγελματιών γευσιγνωστών, οινογράφων και εμπόρων, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τα δεδομένα αυτά, ώστε το εν λόγω εγχείρημα να γίνει πραγματοποιήσιμο. Είναι κάτι που απαιτεί μεγάλη προεργασία δημοσιογραφικού χαρακτήρα και υποστήριξη από και προς τους φορείς που την υπηρετούν.

Δυστυχώς, εδώ και πολλά χρόνια η δουλειά αυτή θεωρείται αντιπαραγωγική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει έδαφος που μια καμπανιά όπως το Save Vintage 2019 θα πατήσει για να μετουσιωθεί σε οδηγό εσοδειών. Απαιτεί, ακόμα, την ύπαρξη ενημερωμένων καταναλωτών από καταξιωμένους οινογράφους, οι οποίοι θα διατρέξουν γευσιγνωστικά όλες τις περιοχές, καθώς και μεγάλη συγκέντρωση δεδομένων γευσιγνωσίας από αξιόπιστες και διαφορετικές πηγές.

Όσο για τους καταναλωτές, όταν επί σειρά ετών ακούν σταθερά το ίδιο μήνυμα,«η φετινή χρονιά, παρά τα προβλήματά της, ήταν εξαιρετική», είναι αδύνατον ξαφνικά να εμπιστευτούν κάποιον, ακόμα κι αν έχει δίκιο ή κάνει τη δουλειά του με τον πλέον σωστό τρόπο.

Ωστόσο, αυτή η πρωτοβουλία, που εμφανίστηκε κατ’ ανάγκη, ως ένας από τους τρόπους σωτηρίας των κρασιών εσοδείας 2019, ίσως μπορεί να γίνει αφορμή για να ξεκινήσει κάτι τέτοιο, με προσδοκία, βέβαια, δεκαετίας. Γιατί όταν ξαφνικά έρχεται η στιγμή που κάποιος διατείνεται ότι μια χρονιά είναι καταπληκτική, είναι εξαιρετικά δύσκολο να το προβάλει στον καταναλωτή και να γίνει πιστευτός.

Η έννοια της εσοδείας είναι μια κοινώς αποδεκτή αναπόδεικτη πραγματικότητα. Εκείνο που απαιτείται είναι η συλλογή αξιόπιστων δεδομένων. Ο τρύγος του 2020, που έρχεται, θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή. Θα χρειαστεί μια δεκαετία ώστε κάτι τέτοιο να πάρει σάρκα και οστά. Ίσως, μάλιστα, να αποδειχθεί ένα από τα ισχυρά χαρτιά στην προβολή του ελληνικού κρασιού. Ίσως, πάλι, του χρόνου να εξαφανιστούν οι αίτιες που εφέτος απαίτησαν καμπάνιες όπως το Save Vintage 2019 και μαζί με όλα τα κακά να ξεχαστούν και όσα γράφτηκαν σε αυτό το κείμενο.