ΑΠΟΨΕΙΣ

Ξινόμαυρο είναι· όχι Barolo!

  29/10/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη

XinomavroNebbiolo.jpgΜοιάζουν; (ξινόμαυρο αριστερά, Nebbiolo ένθετα δεξιά)

Η αλήθεια είναι πως όλη αυτή η ιστορία με τις «Παγκόσμιες Μέρες» ή έστω τις ημέρες που όλο και σε κάτι είναι αφιερωμένες δεν είναι και το καλύτερό μου. Δεν διαφωνώ, βέβαια, πως σε κάποιες περιπτώσεις κάνουν τη δουλειά τους, αφυπνίζοντας, τιμώντας, εξαίροντας… Με αφορμή, ωστόσο, την 1η Νοεμβρίου, ημέρα αφιερωμένη στο ξινόμαυρο, θα ήθελα να ευχηθώ το εξής: Να σταματήσουν να το παρομοιάζουν με το νεμπιόλο ή, σπανιότερα, με το πινό νουάρ υποστηρίζοντας πως θυμίζει τις ποικιλίες αυτές ακόμα και με εκφράσεις όπως «το Μπαρόλo του φτωχού» ―κι ας υπογραμμίζουν την πολύ καλή σχέση ποιότητας προς τιμή που διακρίνει τα κρασιά από ξινόμαυρο. Πιστεύω πως έτσι η εμβληματική αυτή ελληνική ποικιλία αμπέλου δεν κερδίζει κάτι. Απλώς υποτιμάται.

 

Καμία αντίρρηση: το ρουμπινί χρώμα, κάποια αρώματα όπως αυτό της βιολέτας και των μούρων και κυρίως η υψηλή οξύτητα και οι τανίνες του ξινόμαυρου, που συχνά απαιτούν έτη παλαίωσης για να καταλαγιάσουν, μπορεί να θυμίζουν νεμπιόλο και λιγότερο, πινό νουάρ. Χωρίς, λοιπόν, να θεωρώ πως αυτοί που κάνουν τη σύγκριση και βρίσκουν ομοιότητες κάνουν κάτι λάθος, πιστεύω πως με αυτόν τον τρόπο το ξινόμαυρο δεν πηγαίνει μπροστά.

 

Διότι ο παραλληλισμός κάτι λιγότερο γνωστού με κάτι φημισμένο γίνεται για να κερδίσει το πρώτο από την αίγλη του δεύτερου. Έτσι, όμως, δύσκολα αποκτά οντότητα και αυθυπαρξία, παραμένοντας «φτωχός συγγενής». Για παράδειγμα, σε μία διαφήμιση της Μερέντα, οι φυσικοί αποδέκτες της, τα παιδιά, γεμίζουν απογοήτευση μαθαίνοντας πως δεν πρόκειται για Μερέντα αλλά για κάτι σαν Μερέντα. Το υποκατάστατο μόνο ποιότητα δεν καταδεικνύει και στο μυαλό του καταναλωτή απογοητεύει. Στην ίδια κατηγορία προϊόντων, σε διαφήμιση της NuCrema της ΙΟΝ, ο στόχος είναι αλλού και καλά κάνει: στην ελληνικότητα. Σε αυτό το μήκος κύματος, εκείνο που θα ωφελούσε το ξινόμαυρο είναι η επένδυση στην περαιτέρω γευστική ταυτοποίησή του ώστε τα κρασιά να αποκτήσουν το δικό τους αφήγημα και τη δική τους οντότητα. Έτσι, όποιος τα δοκιμάζει να μη χρειάζεται να προσφεύγει σε συγκρίσεις με άλλες ποικιλίες. 

 

Ιδίως, μάλιστα, όταν εδώ και χρόνια η δουλειά που γίνεται για την εν λόγω ποικιλία δίνει πολλά άλλα επιχειρήματα: Πρώτο και κύριο τα ίδια τα κρασιά, πολλά εκ των οποίων είναι εμφανώς βελτιωμένα σε σχέση με το παρελθόν. Έπειτα, όλη η δουλειά που γίνεται στο αμπέλι, με κλώνους και επιλογές και αφιερωμένους γεωπόνους και αμπελουργούς, που δίνουν πρώτη ύλη σε άξιους και παθιασμένους οινολόγους και οινοποιούς. Για να μην πούμε για τη διαφορετικότητα των οίνων όταν προέρχονται από διαφορετικά, ονομαστά για το ξινόμαυρο οινοπέδια, π.χ. της Νάουσας και του Αμυνταίου. Αυτά και πολλά άλλα θα έπρεπε να αποτελέσουν όχημα για την πιο αποτελεσματική ανάδειξη του ξινόμαυρου, που όντως τού αξίζει και την οποία δεν χαίρει στο βαθμό που θα έπρεπε. Εν τω μεταξύ, πιο πέρα στον ορίζοντα βρίσκεται η περιβόητη και πολυαναμενόμενη εδώ και χρόνια ανάδειξη των ξεχωριστών υποπεριοχών όπου το ξινόμαυρο μεγαλουργεί, κάτι που κάθε άλλο παρά φαίνεται να προχωρά με γοργούς ρυθμούς.