ΠΟΡΤΡΕΤΑ

Συνέντευξη του κριτικού εστιατορίων Δημήτρη Αντωνόπουλου

  30/12/2020

στον Ντίνο Στεργίδη

 

Ο Δημήτρης Αντωνόπουλος είναι ο κύριος κριτικός εστιατορίων του Αθηνοράματος για περισσότερα από 25 χρόνια. Ταυτόχρονα, είναι οινοκριτικός και δοκιμαστής αποσταγμάτων. Διετέλεσε Academy Chair για το θεσμό των World’s 50 Best Restaurants από το 2007 έως το 2014, υπεύθυνος για την Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο και τις χώρες των Βαλκανίων. Είναι μέλος της κριτικής επιτροπής των Χρυσών Σκούφων και των Βραβείων Ελληνικής Κουζίνας. Δημιούργησε το περιοδικό «Umami» και διετέλεσε σύμβουλος έκδοσης των περιοδικών «EY» και «Fooding». Έχει συνεργαστεί με πολλά ελληνικά και ξένα περιοδικά, ενώ του αρέσει πολύ να γράφει για Τέχνη και Ντιζάιν. Δεινός ταξιδευτής, διατρέχει τον πλανήτη απολαμβάνοντας από street food μέχρι τα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου.

 

Antonopoulos1.jpg

Πόσα χρόνια εξασκείτε το επάγγελμα του κριτικού εστιατορίου και σε τι συνίσταται η δουλειά σας;

Ασχολούμαι, αισίως, με τη γαστρονομική δημοσιογραφία τα τελευταία 33 χρόνια και για πάνω από 25 χρόνια γράφω κριτικές εστιατορίων στο Αθηνόραμα. Είναι λογικό ότι η κριτική των εστιατορίων έχει εξελιχθεί όλα αυτά τα χρόνια. Επίκεντρό της είναι, φυσικά, το φαγητό, άλλα έτσι όπως έχει γίνει πια πραγματικότητα η περίφημη ρήση του κακού παιδιού της βρετανικής γαστρονομίας, 3άστερου σεφ Marco Pierre White, ότι «τα εστιατόρια θα γίνουν τα club της 3ης χιλιετίας», τα εστιατόρια έχουν εξελιχθεί σε θέατρα καλοπέρασης και οι σεφ σε σταρ.

Την ίδια στιγμή οι τάσεις της γαστρονομίας αλλάζουν δημιουργώντας συνεχώς νέα δεδομένα και η τροφή, πλέον, έχει πολιτικές, κοινωνικές και οικολογικές διαστάσεις. Κατ’ αρχάς, δουλειά μου είναι να δοκιμάζω το φαγητό, την κουζίνα ενός εστιατορίου και να το αξιολογώ, τοποθετώντας το όμως σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και συγκρίνοντάς το κάθε φορά με τα κορυφαία του είδους του παγκοσμίως. Έτσι, ο βαθμός ο οποίος εκφράζει την αξιολόγησή μου φροντίζω να έχει νόημα για οποιονδήποτε επισκέπτη της Ελλάδας ο οποίος είναι εξοικειωμένος με τη χρήση γαστρονομικών οδηγών στα ταξίδια του.

Στα κείμενά μου, όμως, δεν γράφω μόνο για το φαγητό. Η πρόζα τους είναι ελεύθερη, προσπαθώντας να μεταφέρω και να σχολιάσω την ατμόσφαιρά τους με την προσωπική αισθητική ματιά ενός ανθρώπου που ταξιδεύει και τρώει σε κορυφαίους αλλά και σε ταπεινούς χώρους εστίασης του πλανήτη, έχοντας ως βάση την Ελλάδα.

 

Προφανώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα ζήλευαν τη θέση σας, ως κάποιου που «πληρώνεται για να τρώει». Είναι έτσι; Ποια είναι τα μειονεκτήματα του επαγγέλματός σας και ποιες είναι οι γνώσεις και οι δεξιότητες που απαιτούνται για την εξάσκησή του;

Θεωρώ, όντως, το επάγγελμα μου συναρπαστικό και σαφώς τα πλεονεκτήματά του υπερέχουν από τα μειονεκτήματα. Αλλά δεν είναι όλα ρόδινα. Θα πρέπει να σας εκμυστηρευτώ ότι τρώγοντας αρκετές φορές την εβδομάδα σε εστιατόρια εκτίθεμαι σε κινδύνους. Έχω αρκετές φορές υποφέρει από το «σύνδρομο ξαναζεσταμένου ρυζιού» (είδος τροφικής δηλητηρίασης), ενώ είχα στομαχικά προβλήματα και από steak tartare και από καρπάτσιο. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι έχω παίξει εν γνώση μου ρώσικη ρουλέτα σε επικίνδυνα ρεπορτάζ που βλάπτουν σοβαρά την υγεία (λ.χ. έρευνα και δοκιμή σε κατάπτυστα τουριστομάγαζα της Πλάκας). Οι γευσιγνωστικές εξορμήσεις του καλοκαιριού στα νησιά και σε άλλους τουριστικούς προορισμούς είναι μεν ερεθιστική, αλλά την ίδια στιγμή επίπονη διαδικασία, αφού τις περισσότερες φορές περιλαμβάνει 3 υπερπλήρη γευσιγνωστικά γεύματα το εικοσιτετράωρο! Χρειάζεται μεγάλη αυτοπειθαρχία για να μην υποκύπτεις στον πειρασμό να τρως τα πάντα, προκειμένου να φέρεις αισίως εις πέρας την αποστολή σου, αλλά και πάλι το καθήκον είναι βαρύ και δύσκολο.

Η αιχμηρή γραφή και η επιδέξια χρήση της γλώσσας, η έφεση στην αναλυτική καταγραφή των λεπτομερειών της γευσιγνωσίας, η εις βάθος γνώση των διαφόρων κουζινών του κόσμου είναι απαραίτητα προσόντα του κριτικού εστιατορίων. Χωρίς κατ’ ανάγκην να είναι μάγειρας, οι μαγειρικές γνώσεις βοηθούν σίγουρα τη δουλειά του. Αυτό που θεωρώ πάντως εκ των ων ουκ άνευ για μια σοβαρή γαστρονομική κριτική είναι τα πολλά συστηματικά ταξίδια στην υφήλιο που δίνουν τη δυνατότητα για μια χωρίς προκαταλήψεις βαθειά γαστρονομική μόρφωση στις γεύσεις και στην κουλτούρα των εθνών του κόσμου. Πιστεύοντας ακράδαντα ότι «οι τέχνες είναι αδελφές», όπως υπογραμμίζει ο Βολταίρος, και ότι «η μια φωτίζει την άλλη», θεωρώ πως η γενικότερη ακαδημαϊκή παιδεία και η εξοικείωση με τα σημαντικά ρεύματα των τεχνών ενισχύει τη σοβαρότητα της προσέγγισης στην κριτική εστιατορίων. Στην εποχή μας, άλλωστε, έχουμε διαπιστώσει ότι έννοιες όπως ο μινιμαλισμός και η αποδόμηση έχουν περάσει με άνεση από τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική και το ντιζάιν στη γαστρονομία. Είναι προφανές ότι κριτική στα εστιατόρια μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε. Η διαφορά με έναν έγκυρο επαγγελματία κριτικό εστιατορίων είναι η επάρκεια της τεκμηριωμένης γνώμης, πέρα από το απλό και απολύτως θεμιτό «μ’ αρέσει, δεν μ’ αρέσει».

 

Πόσα εστιατόρια επισκέπτεστε κάθε χρόνο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;

Δόξα τω θεώ, δοκιμάζω σίγουρα πάνω από 250 εστιατόρια απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα∙ από ταβέρνες μέχρι Michelinάτα και χρυσοσκουφάτα ρεστοράν. Ταξιδεύω πολύ συχνά στο εξωτερικό και εκεί τρώω σίγουρα σε καμμιά 50αριά εστιατόρια το χρόνο∙ δίνω προτεραιότητα στα 50 Καλύτερα Εστιατόρια του Κόσμου, αλλά φροντίζω να επισκέπτομαι καινούργια ρεστοράν που κάνουν αίσθηση και βάζω πάντα στη λίστα μου εξαιρετικά στέκια street food. Μέσα στα 33 χρόνια που ασχολούμαι επαγγελματικά με τη γαστρονομία νοιώθω ευτυχισμένος που έχω έρθει σε επαφή με τόσο ποικίλες και απολαυστικές γεύσεις σε πάμπολλες χώρες των τεσσάρων από τις πέντε ηπείρους.

 

Εσείς πηγαίνετε «μεταμφιεσμένος» στο εστιατόριο; Πιστεύετε πως δεν θα έπρεπε ιδανικά να γνωρίζει ο εστιάτορας πως βρίσκεστε εκεί για τον αξιολογήσετε;

Αν ήμασταν 50 χρόνια πριν ίσως και να είχε νόημα ένας κριτικός εστιατορίων να επιδιώκει την ανωνυμία του. Σήμερα, στην εποχή του διαδικτύου, όπου η φωτογραφία του καθενός μας βρίσκεται μόλις ένα κλικ μακριά η ανωνυμία είναι πρακτικά ανέφικτη και δεν υπάρχει λόγος να την επιδιώκει κάποιος. Είναι πολύ τολμηρό αυτό που έκανε το 2013 το New York magazine όταν αποφάσισε ότι ο έγκριτος κριτικός εστιατορίων του περιοδικού, ο Adam Platt, έπρεπε να εγκαταλείψει την ανωνυμία του βάζοντάς τη φωτογραφία του φόρα-παρτίδα στο εξώφυλλό του. Μόνο να γελάμε μπορούμε πλέον βλέποντας τον Λουί ντε Φινές μεταμφιεσμένο κριτικό γεύσης με περούκα στο «Τι θα πάρετε, στήθος η μπούτι;». Όταν πηγαίνω σ ένα εστιατόριο για να το κριτικάρω είμαι όσο πιο διακριτικός γίνεται∙ δεν βγάζω σημειωματάριο για σημειώσεις και έτσι δεν το κρύβω μην το πάρουν χαμπάρι γιατί δεν θέλω να δημιουργώ άγχος. Καταγράφω στο μυαλό μου και με κάθε λεπτομέρεια την άποψή μου για το φαγητό που τρώω και σημειώσεις γράφω στο σπίτι μου. Είμαι απλώς ένας γνωστός καλοφαγάς πελάτης. Δεν πηγαίνω, άλλωστε, μόνο για δουλειά στα εστιατόρια. Βγαίνω, προφανώς, και για προσωπική μου ευχαρίστηση.

Να σας πω κάτι: δεν έχω ακόμη συναντήσει ένα κακό εστιατόριο που να έγινε ξαφνικά καλό με το που πήγα εγώ να φάω, ούτε μου έψησαν πελαγίσιο λαυράκι αυτοί που σερβίρουν ιχθυοτροφείου. Το ίδιο ψάρι έφαγα με τους υπόλοιπους πελάτες. Από την άλλη, όταν βρίσκομαι σε ένα εστιατόριο δεν περιορίζομαι μόνο στα συμβαίνοντα στο δικό μου τραπέζι. Παρακολουθώ επισταμένως αυτά που συμβαίνουν στα διπλανά και σχηματίζω μια ολοκληρωμένη και αμερόληπτη γνώμη.

 

Σε επίπεδο εστίασης, και όχι απαραίτητα γαστρονομίας, πόσο απέχουμε κατά την άποψή σας από τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία και με το εστιατορικό επίπεδο ποιας άλλης χώρας θα λέγατε ότι μπορούμε να συγκριθούμε;

Αυτές οι τρεις χώρες, με μεγάλη εστιατορική ιστορία αλλά και με εξαιρετικές επιδόσεις στη σύγχρονη γαστρονομική σκηνή, βρίσκονται στην κορυφή της ευρωπαϊκής γαστρονομίας και διαθέτουν σεφ που δημιουργούν νέες γευστικές τάσεις παγκόσμιας εμβέλειας.

Εμείς βρισκόμαστε νομίζω ανάμεσα στη Σλοβενία και στην Πορτογαλία. Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε ότι έτσι όπως η Ελλάδα είναι πολύ, μα πολύ, δημοφιλής τουριστικός προορισμός για όλο τον πλανήτη, πρέπει να αναπτύξουμε τη γαστρονομική μας σκηνή σε όλα τα επίπεδα (αυθεντικές ταβέρνες, μοντέρνα ελληνικά εστιατόρια με σύγχρονη κουζίνα, γκουρμέ ρεστοράν). Να ενισχύσουμε το γαστρονομικό τουρισμό που εξελίσσεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως. Επειδή συχνά με ρωτούν γιατί η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στους κορυφαίους γαστρονομικούς κύκλους, θέλω να πω ότι πρέπει να προκαλέσουμε την προσοχή του υπόλοιπου κόσμου. Όχι απλώς έχοντας καλά και πολύ καλά εστιατόρια. Διαθέτοντας έστω ένα που θα διακρίνεται ως μία μοναδική γαστρονομική πρόταση υψηλού επιπέδου, πολύ πρωτότυπη και ταυτόχρονα καινοτόμα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει η ατμομηχανή που θα στρέψει την προσοχή των καλοφαγάδων, του τύπου και της παγκόσμιας γαστρονομικής κοινότητας στην ελληνική γαστρονομία. Το πρόσφατο παράδειγμα της Ana Ross «Hiša Franko» στη Σλοβενία είναι χαρακτηριστικό. Από την άλλη, τόσο η ιδιωτική πρωτοβουλία όσο και οι κρατικοί φορείς πρέπει να συνεργαστούν στενά για την προβολή της ελληνικής γαστρονομίας και των εστιατορίων της, ασκώντας με τις ενέργειές τους ένα είδος γαστρονομικής διπλωματίας.

 

Στην Ελλάδα τα εστιατόρια γαστρονομίας έχουν ταυτιστεί με τις μικρές μερίδες, ένα παράπονο που ανακύπτει συστηματικά και διαχρονικά στις ιστοσελίδες που δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να διατυπώσουν άποψη. Τι λέτε για αυτό;

Πρόκειται για μια παλιά πονεμένη ιστορία που έχει τις ρίζες της σε κάποιες ακρότητες της γαλλικής nouvelle cuisine της δεκαετίας του 1970, που δεν την γνωρίσαμε ποτέ στην Ελλάδα. Έχοντας φάει πολλές φορές σε όλα τα γαστρονομικά εστιατόρια της Ελλάδας δηλώνω κατηγορηματικά ότι κανείς δεν θα πεινάσει σε αυτά τρώγοντας πρώτο, κύριο πιάτο και επιδόρπιο! Ακόμη και όταν η ποσότητα σε κάθε ένα από τα πολλά πιάτα ενός menu degustation είναι μικρή, η τροφή που θα καταναλώσει συνολικά ένας μέσος άνθρωπος είναι υπεραρκετή για να χορτάσει. Είναι αλήθεια ότι σε μερικές παραδοσιακές ταβέρνες τα πιάτα ξεχειλίζουν, ενδεχομένως από γενναιόδωρη διάθεση και πολλές φορές είναι αδύνατον να καταναλωθούν επί τόπου, οπότε στην καλύτερη περίπτωση γίνονται πακέτο για το σπίτι και στη χειρότερη πετιούνται στα σκουπίδια. Την ίδια στιγμή που 800 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη πεινάνε!

 

Κατά την άποψή σας, στην Ελλάδα υπάρχει οργανική σχέση μεταξύ της δημιουργικής και της παραδοσιακής κουζίνας ή πρόκειται για δύο παράλληλα σύμπαντα;

Προφανώς και υπάρχει οργανική σχέση μεταξύ της δημιουργικής και της παραδοσιακής κουζίνας και τις περισσότερες φορές η πρώτη εμπνέεται από τη δεύτερη. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα γι αυτή τη σχέση. Η παράδοση δεν είναι νεκρό μουσειακό είδος αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που ενσωματώνει στο παλιό την αίσθηση της σημερινής ζωής. Όπως έχει πει πολύ εύστοχα ο μεγάλος Ιταλός σεφ Massimo Bottura για την παραδοσιακή κουζίνα, «ποτέ δεν πρέπει να κοιτάμε το παρελθόν με νοσταλγική διάθεση. Το αντιμετωπίζουμε με κριτικό τρόπο και αξιοποιούμε τα καλύτερα στοιχεία του στο μέλλον». Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν θέση στη ζωή μας τα ακραιφνώς παραδοσιακά φαγητά με τις ταβέρνες και τα εστιατόρια που τα σερβίρουν, ίσα-ίσα… Δεν σημαίνει, όμως, ότι αποτελούν μονόδρομο, οπότε απαγορεύεται να εξελιχθεί η ελληνική κουζίνα, για να μιλήσω για τα του οίκου μας. Βλέπω αρκετούς να εκφράζουν ένα συντηρητισμό επειδή φοβούνται ότι οι νεολογισμοί θα μας κάνουν να χάσουμε τη γευστική μας ταυτότητα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, διότι οι μνήμες της ελληνικής γεύσης μάς διαπερνούν ασυναίσθητα. Η παράδοση για να επιζήσει και να αντέξει στον ανταγωνισμό του σήμερα έχει ανάγκη να εξελιχθεί με μεταμοντέρνα δημιουργικότητα. Θα ήταν άχαρο, άδικο και περιοριστικό να μην εφεύρουμε τις γεύσεις της γενιάς μας και της εποχής. Ακόμα και αν είναι εντελώς καινούργιες θα βρεθούν σε επικοινωνία με τους ελληνικούς γευστικούς τρόπους και θα προσθέσουμε κι εμείς τις δικές μας δημιουργίες στην κληρονομιά των ελληνικών γεύσεων. Να ενεργοποιήσουμε το γευστικό ψυχισμό μας, τις συλλογικές μνήμες που αναδύονται σαν αύρα από όλα τα ελληνικά φαγητά που έχουμε γευτεί και να καρυκεύσουμε με αυτές νεογέννητα εδέσματα. Άλλοτε μπορεί να έχουν να κάνουν περισσότερο με μία πρώτη ύλη, άλλοτε με μαγειρικούς τρόπους (λ.χ. τα λαδερά), άλλοτε με χαρακτηριστικές σάλτσες, άλλοτε με ήθη και έθιμα∙ πάντοτε όμως εκεί που η λογική και το συναίσθημα περιδινίζονται γύρω από μια νεόκοπη εδώδιμη πρόκληση, την οποία ψάχνουμε πώς να χαρακτηρίσουμε, η ελληνικότητα πέφτει σαν αστραπή από τα τρίσβαθά μας και τη βάφει γαλανόλευκη.

 

Η Patricia Wells, πάλαι ποτέ κριτικός εστιατορίων της εφημερίδας International Herald Tribune, όταν δημοσίευε μία κριτική εστιατορίου πάντα ανέφερε ονομαστικά και τα κρασιά που είχε δοκιμάσει με το γεύμα της ή πρότεινε άλλα από την wine list του εστιατορίου. Στην Ελλάδα οι κριτικοί εστιατορίων συνήθως αγνοούν το κρασί, εκφράζοντας στην καλύτερη περίπτωση μία γνώμη για το αν η λίστα είναι «καλή» ή «κακή»; Πού οφείλεται αυτό;

Όλα άρχισαν το 2010, όταν η οικονομική κρίση χτύπησε την πόρτα μας περιορίζοντας δραματικά την άνεση των προηγούμενων χρόνων. Από τη μια η πίεση για εξοικονόμηση πόρων ανάγκασε σε περικοπές τα περιοδικά, οπότε η κριτική εστιατορίων εστίασε κυρίως στην κουζίνα. Από την άλλη τα εστιατόρια περιόρισαν τις φιλοδοξίες για αναπτυγμένες κάβες που θα παλαίωναν κρασιά και θα συνέλλεγαν διαφορετικές εσοδείες, καθώς η κάβα τους στηρίζονταν πολλές φορές σε παραγγελίες κρασιών για μία μόνο ημέρα. Έτσι ατόνησαν σιγά-σιγά τα εξειδικευμένα σχόλια για το κρασί. Η εξαιρετική Patricia Wells απευθύνονταν μέσω της International Herald Tribune σε ένα παγκόσμιο κοινό και οι οικονομικές δυνατότητας που είχε τότε στη διάθεση της τής επέτρεπαν να κάνει τόσο εξειδικευμένα σχόλια. Για μένα είναι σαφές ότι το κρασί θα πρέπει να ξαναβρεί τη θέση του στις κριτικές εστιατορίων όταν ξεπεράσουμε τις πιέσεις των κρίσεων. Όχι, όμως, όπως παλιά, που στους βαθμούς των εστιατορίων το συνυπολογίζαμε με ένα ποσοστό στην τελική αξιολόγηση τους, αλλά με ξέχωρο βαθμό και σχόλιο που θα αφορά τη λίστα και το σέρβις του.

 

Πιστεύετε πως οι Έλληνες πελάτες εκτιμούν την παρουσία των οινοχόων στο εστιατόριο; Ποσοστιαία, πόσα από τα εστιατόρια που επισκέπτεστε στην Ελλάδα θα λέγατε πως έχουν οινοχόο;

Οι Έλληνες εμπιστεύονται τους ενημερωμένους σομελιέ που δίνουν λύσεις στις επιλογές τους παρουσιάζοντας μια βεντάλια προτάσεων που καλύπτει διαφορετικά στυλ και κόστη κρασιών. Το αποτέλεσμα φαίνεται με μεγάλη σαφήνεια στις πωλήσεις∙ όπου υπάρχουν οινοχόοι οι πωλήσεις κρασιού ανεβαίνουν πολύ.

Δεν μπορώ να σας πω ακριβή ποσοστά για την παρουσία τους, αλλά εκπαιδευμένοι οινοχόοι εργάζονται στα βραβευμένα με Χρυσό Σκούφο εστιατόρια, σε αυτά με τη διάκριση Top Notch και σε αρκετά με Βραβείο Ελληνικής Κουζίνας από το Αθηνόραμα. Υπογραμμίζω, επίσης, ότι σε κάποιες εξαιρετικές ταβέρνες της περιφέρειας οι φωτισμένοι οινόφιλοι ιδιοκτήτες τους έχουν δημιουργήσει εξαιρετικές κάβες.

 

Μπορεί η ελληνική αγορά να «σηκώσει» πολύ αυστηρές κριτικές εστιατορίων, όπως αυτές που διαβάζουμε στις αγγλικές εφημερίδες;

Η Μεγάλη Βρετανία είναι και στην κριτική των εστιατορίων, όπως και σε τόσα άλλα πράγματα, ένα χωριστός κόσμος και το σαρδόνιο χιούμορ των κατοίκων της είναι παροιμιώδες. Οι Βρετανοί κριτικοί εστιατορίων είναι σίγουρα αυστηροί αλλά νομίζω πως δεν είναι η αυστηρότητα που τους κάνει να ξεχωρίζουν∙ είναι κυρίως το δηκτικό στυλ της γραφής τους. Επειδή ξέρουν, μάλιστα, ότι αυτό αρέσει στο κοινό λαϊκίζουν τροφοδοτώντας τις κανιβαλικές τάσεις του. Βρίσκω πολύ εύστοχο το σχόλιο του Jay Rayner (γράφει στην Guardian και στο Observer) για ένα πιάτο που δοκίμασε ότι «μυρίζει τεμπελιά και τεράστιο ποσοστό κέρδους». Βρίσκω, όμως, βαρβαρισμό την παρομοίωση του ιδίου για ένα κακό σέρβις ως «κολονοσκόπηση χωρίς γράσο». Δεν διαβάζεις μυθιστόρημα αλλά κριτική εστιατορίου που πρέπει να πληροφορεί με άποψη. Είναι σίγουρο ότι αν κάποιος έγραφε έτσι κριτική εστιατορίων και στην Ελλάδα θα είχε μεγάλο κοινό –το έχουμε δει και σε columnists εφημερίδων που χρησιμοποιούν άγρια γλώσσα. Αυτό, όμως, θα υποβάθμιζε τη γαστρονομία και την αξιοπιστία της κριτικής της, γιατί άλλο αυστηρότητα και άλλο λαϊκιστικός βαρβαρισμός.