ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Κρασί και Μουσική: Αλκυονίδες μέρες και ελληνικά Gewürztraminer 2019

  20/07/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη

 

1280x1280 17072020Συχνά, πολλοί χώροι σε εκπλήσσουν με τη μουσική τους. Π.χ. τα διάφορα είδη τζαζ που ακούγονται συστηματικά εδώ και δεκαετίες σε μία από τις πιο γνωστές αλυσίδες σούπερ μάρκετ της Αττικής. Αναλόγως, έκπληξη προκάλεσε η τυχαία και αναπάντεχη ακρόαση του κομματιού Halcyon Days σε κοντινό στην Αθήνα beach bar πριν λίγες μόνο ημέρες. Έκπληξη που έδωσε τη σκυτάλη στη συγκίνηση, αφού μετά από ποιος ξέρει πόσα χρόνια οι ήχοι του αγαπημένου αυτού κομματιού άγγιζαν και πάλι αυτιά και συναισθήματα. Μια συγκυρία που οδήγησε σε κάτι ακόμα πιο εκπληκτικό: τη –για άλλη μια φορά– διαπίστωση πως, όντως, η μουσική επηρεάζει την αντίληψη των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών του κρασιού.

 

Η μουσική

Οι σκέψεις κατά τη διαδρομή της επιστροφής από το μπάνιο στη θάλασσα αφορούσαν το ομώνυμο άλμπουμ του Έλληνα Mikaël Delta, ιδρυτικού μέλους των θρυλικών Στέρεο Νόβα (εξώφυλλο στο «Ε» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος της 4ης Δεκεμβρίου 1994), ένα CD που σημάδεψε την εποχή του (αρχές 21ου αι.). Μια από τις πρώτες κινήσεις εντός σπιτιού ήταν η εύρεση του εν λόγω CD και η φόρτωσή του στο CD player. Εκπλήξεων συνέχεια: σχεδόν 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το συλλεκτικό πλέον Halcyon Days ακούγεται φρέσκο και ενδιαφέρον, δικαιολογώντας τις πολύ καλές κριτικές που είχε αποσπάσει. Γιατί ήταν μια εξαιρετική παραγωγή διεθνούς κλάσης και σαφώς πρωτοπόρο για την ελληνική ηλεκτρονική μουσική της εποχής εκείνης. Ένα εξαίρετο δείγμα ιδιοσυγκρασιακής house χαμηλού τέμπο, με επιρροές από τζαζ (εδώ πιο πολύ fusion), σόουλ κ.ά. ή αλλιώς της «deep house» της δεκαετίας του 2000.

 

Η ιδέα

Αυτή η πρώτη, μετά από χρόνια, ακρόαση έγινε παράλληλα με την τακτοποίηση των «τσουμπλεκιών» του μπάνιου στη θάλασσα. Κάπου εκεί, ανάμεσα σε πλύσιμο μαγιό και σαγιονάρων ήρθε ή ιδέα: ταίριασμα της μουσικής αυτής με κρασί. Στο πλαίσιο διαφόρων μελετών που έχουν ξεκινήσει από τον περασμένο αιώνα, τέτοια ταιριάσματα αλλάζουν την οργανοληπτική εντύπωση που δίνει το κρασί (χωρίς φυσικά να αλλάζει αυτό καθαυτό λόγω μουσικής –πώς θα μπορούσε άλλωστε;).

 

Η ποικιλία

Η δεύτερη ακρόαση του Halcyon Days έγινε παράλληλα με διαδικτυακή έρευνα, που έδειξε πως οι υπάρχοντες, αμφιλεγόμενοι και συχνά αυτοαναιρούμενοι «κανόνες» για τέτοιου είδους ταιριάσματα συνιστούν Gewürztraminer για ανάλογες μουσικές.

 

Τα κρασιά

Επιλέχθηκαν δύο κρασιά από την εν λόγω ποικιλία: το Κοκοτός Gewürztraminer και το Gewürztraminer από το Οινοποιείο Πάντου, φυσικά του 2019. Για το εν λόγω, όμως, εγχείρημα χρειάζονταν περισσότεροι του ενός δοκιμαστές, οι οποίοι βρέθηκαν την επομένη. Τότε έγινε τόσο η δοκιμή των κρασιών, όσο και το ταίριασμα με μουσική. Εκτός, λοιπόν, από τον υπογράφοντα, συμμέτοχοι ήταν οι Μαρία Κατσούλη, οινοχόος και Δήμητρα Μαυρίκου, οινόφιλη και λάτρης της εν λόγω ποικιλίας αμπέλου.

 

Η δοκιμή

Το Κοκοτός Gewürztraminer 2019 έχει μύτη μέτριας έντασης, αρκούντος ανθική (γιασεμί, λεμονανθούς και λίγο τριαντάφυλλο) και αρκετά φρούτα: το τυπικό για την ποικιλία λίτσι, αρχικά, που δίνει σταδιακά τη θέση του σε αχλάδι κοντούλα. Ακόμα αργότερα, στο αρωματικό κάδρο μπαίνει δροσιστική βοτανικότητα (μέντα και νύξεις εστραγκόν). Πρόκειται δηλαδή για σύνθετη, αρκετά τυπική και χωρίς υπερβολές μύτη καλής διάρκειας, που παραμένει ευχάριστη και δεν γίνεται κουραστική. Στο στόμα είναι λιγότερο τυπικό και εξωτικό, πιο μεσογειακό. Η ισορροπία ανάμεσα στην οξύτητα και το αλκοόλ του είναι καλή, ενώ αρωματικά τα άνθη επικρατούν των φρούτων, ακόμα και στην καλής διάρκειας επίγευσή του.

Το Gewürztraminer 2019 από το Οινοποιείο Πάντου έχει κλειστή μύτη, που ανοίγει μεν σταδιακά, αλλά δεν γίνεται ποτέ πάνω από διακριτική. Ωστόσο, είναι φίνα, φρέσκια και νεανική και έντονα ανθική (μπουμπούκια από μπουγαρίνι και γαρδένια). Τα φρούτα βρίσκονται σε φόντο σε αυτήν. Στο στόμα η οξύτητα του κρασιού είναι διακριτή και ξεπερνά το χαλινάρι που βάζει το 13,5% αλκοόλ. Όσο δεν φαίνεται το φρούτο στη μύτη φαίνεται εδώ, στο στόμα, τριγυρίζει τα εσπεριδοειδή και οδηγείται ομαλά σε αρκετά μακρά και λεμονάτη επίγευση γλυκιάς αίσθησης (με αρώματα μοσχολέμονου και λίτσι).

 

Το ταίριασμα με μουσική

Η δοκιμή των κρασιών χωρίς ηχητική συνοδεία και η καταγραφή των σχετικών εντυπώσεων έδωσε τη θέση της στη δοκιμή μετά μουσικής (τα κρασιά είχαν παγώσει ξανά, για να έχουν ίδια θερμοκρασία όπως όταν δοκιμάστηκαν χωρίς μουσική).

Ως εκ θαύματος, υπό τους ήχους του Halcyon Days ο υπογράφων βρήκε τη μύτη του δεύτερου κρασιού πιο ανοιχτή και πιο φρουτώδη (οι συνδοκιμάστριές του δεν συμμερίστηκαν την άποψή του). Ωστόσο, η οινόφιλη συμφώνησε πως η μύτη του πρώτου κρασιού ήταν σαφώς πιο έντονη μετά μουσικής, κάτι που δεν παρατήρησε η οινοχόος. Από την άλλη μεριά και η οινοχόος, υπό τους ήχους του Halcyon Days εξέλαβε το στόμα του Κοκοτός Gewürztraminer 2019 ως πιο βοτανικό. Πιο εξωτικό, στρογγυλό και λιπαρό το αισθάνθηκε και ο υπογράφων, ενώ η οινόφιλη το βρήκε σαφώς πιο έντονο. Όσο για το στόμα του Gewürztraminer 2019 από το Οινοποιείο Πάντου, η οινοχόος το βρήκε πιο γεμάτο και λιπαρό μετά μουσικής, όπως ακριβώς το αντιλήφθηκε και ο υπογράφων. Η οινόφιλη, όμως δεν παρατήρησε σε αυτό αλλαγές.

Με άλλα λόγια τα εν λόγω κρασιά δεν ζημιώθηκαν από τη συνοδεία του συγκεκριμένου είδους μουσικής. Στη χειρότερη περίπτωση έμειναν αναλλοίωτα όσον αφορά την εντύπωση που προκάλεσαν στις αισθήσεις. Το πιθανότερο είναι όμως πως αυτές άλλαξαν αξιοσημείωτα προς το καλύτερο και μάλιστα σε αρκετά σημεία.

 

Η εξήγηση

Σύμφωνα με διάφορες έρευνες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, όταν κάποιος ακούει μουσική ενεργοποιούνται τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου που αντιδρούν σε ερεθίσματα ευφορίας, η οποία μπορεί να προέρχεται και από φαγητό, σεξ ή και εθιστικές ουσίες. Πιο συγκεκριμένα, περιοχές του ενδιάμεσου εμπρόσθιου φλοιού του εγκεφάλου είναι υπεύθυνες τόσο για τον προσδιορισμό μουσικών και δη οικείων, όσο και για τον προσδιορισμό οσμών, που, όπως είναι γνωστό, παίζουν τεράστιο ρόλο στην αντίληψη της γεύσης. Οι ίδιες εγκεφαλικές περιοχές ενεργοποιούνται, επίσης, όταν κρίνουμε εάν κάτι μας αρέσει ή όχι. Είναι, λοιπόν, πιθανό ο εγκέφαλος να διασταυρώνει τα σήματα του κρασιού και της μουσικής αφού δυσκολεύεται στο προσδιορισμό της πηγής.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μουσική ίσως αλλάζει τον τρόπο αντίληψης οσφραντικών ή γευστικών σημάτων, επηρεάζοντας κάποιους αρωματικούς χαρακτήρες ή την αίσθηση της στιφάδα, της οξύτητας, της λιπαρότητας κ.ά.

Κάποια σχέση, σε πολύ μικρό βαθμό, μπορεί να υπάρχει και με αυτό που ονομάζεται συναισθησία (η αντίληψη ενός ερεθίσματος μέσω μιας άλλης αίσθησης, όχι αυτής που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο ερέθισμα). Όταν, για παράδειγμα, οι μουσικοί φθόγγοι γίνονται αντιληπτοί ως χρώματα, κάτι που συνέβαινε σε μερικούς σημαντικούς μουσικούς (π.χ. Nikolai Rimsky-Korsakov, Duke Ellington κ.ά.), αν και αυτό μπορεί να θεωρηθεί ασθένεια.

Πειράματα, πάντως, έχουν δείξει πως οι χαμηλές συχνότητες εντείνουν την αντίληψη του πικρού, οπότε θα έκαναν, ίσως, ένα τανικό κρασί να φαίνεται ακόμα πιο τανικό. Λιγότερο τανικό θα μπορούσε να φαντάζει με ήχους μέσο-υψηλών και υψηλών συχνοτήτων, που εντείνουν την αντίληψη του γλυκού, που έρχεται σε αντιδιαστολή με την πικράδα των τανινών. Ανάλογα, οι μέσο-υψηλές και υψηλές συχνότητες θα μπορούσαν να κάνουν ένα όξινο κρασί να φαίνεται λιγότερο όξινο, αφού η γλυκύτητα αντιδιαστέλλεται και με την οξύτητα και ένα πλαδαρό κρασί (χωρίς επαρκή οξύτητα) να δείχνει ακόμα πιο πλαδαρό.

Τελικά, εάν διαφορετικά είδη μουσικής ταιριάζουν ή όχι με συγκεκριμένα κρασιά, επηρεάζοντας τις αισθητικές εντυπώσεις που αυτά προκαλούν, βελτιώνοντας ή χειροτερεύοντάς τις και πώς, είναι αντικείμενο υπό έρευνα ή υπό αμφισβήτηση. Θα μπορούσε, όμως να είναι και πεδίο δόξης λαμπρό για παιχνιδιάρηδες οινόφιλους και ενδεχόμενα δικά τους πειράματα με κρασιά και μουσικές, αγαπητές και μη.