ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Μεθυμναίος = μοναδικό τερουάρ + σπάνια ποικιλία + sui generis οινοποιός

  27/11/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη                                                                                                                                                      

Πόσοι αμπελώνες στον κόσμο βρίσκονται εντός κρατήρα ηφαιστείου; Ένας, πάντως, είναι στη Λέσβο. Στα Χύδηρα, εκεί που φύεται αποκλειστικά η σκουρόχρωμη ποικιλία αμπέλου χυδηριώτικο. Με αφορμή το κρασί Μεθυμναίος Ερυθρός 2019, ο οινοποιός του Γιάννης Λάμπρου εξιστορεί.

Methymnaeos-Red-2016.jpgΤο Μεθυμναίος Ερυθρός 2019, ΠΓΕ Λέσβος, από την ποικιλία χυδηριώτικο της Λέσβου, είναι ένα εντελώς ιδιαίτερο κρασί, από τα ελάχιστα που παράγονται στο «ουζοκεντρικό» αυτό νησί. Ακόμα και το χρώμα του μόνο συμβατικό δεν το λες: ανοιχτό ρουμπινί, βαθύ μόνο τόσο-όσο και αρκετά ροζέ, αλλά με διαφορετική χροιά που διαμορφώνεται από καφέ και πορτοκαλί ανταύγειες (παρά τη νεότητά του). Εάν όντως η πρώτη εντύπωση είναι η αληθής, αυτό το περίεργο για νεαρό ερυθρό κρασί χρώμα προϊδεάζει απολύτως εύστοχα για όλα τα υπόλοιπα: ιστορία, οινοποιό, τερουάρ, ποικιλία και οργανοληπτικό προφίλ.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, από το τελευταίο· το κρασί ωρίμασε για 4 μήνες σε 25% καινούργια γαλλικά βαρέλια μετρίου καψίματος από τρία διαφορετικά δάση της Γαλλίας. Το αλκοόλ του είναι στα 12% αντί στο συνηθισμένο 13-13,5%, γιατί τα σταφύλια τρυγήθηκαν λίγο πιο νωρίς. «Τρύγησα νωρίτερα», εξηγεί ο οινοποιός του Γιάννης Λάμπρου, «γιατί το κλίμα έχει αλλάξει πολύ στη Λέσβο τα τελευταία χρόνια».

Για ένα κρασί του 2019, στον ερυθρό Μεθυμναίο φρεσκάδα δεν θα βρεις, τουλάχιστον όπως την αναμένεις από ένα κόκκινο κρασί, ακόμα και ανοιχτόχρωμο όπως αυτό. Είναι λες και έχει κάνει ήδη τη θητεία του στο χρόνο, ο οποίος δεν του χρωστά πια παρά μόνο στοιχεία θετικά. Θυμίζει αυτά τα περιέργου σχήματος πούρα, Toscani, που από κατασκευής στεγνωμένα, έχουν ελευθέρας έναντι του κυριότερου φόβου των υπόλοιπων: μην χάσουν την υγρασία τους και ξεραθούν.

Διαθέτει κομψή και αρκετά έντονη μύτη, περισσότερο πολύπλοκη παρά βαθιά. Από φρούτα παραπέμπει σε ώριμο αχλάδι, μήλο, επίσης ώριμο, σε κομπόστα ή σε μηλόπιτα και γλυκό κουταλιού κυδώνι. Φτάνει ακόμα και σε φράουλες σε αλκοόλ και νύξεις ανανά και μπανάνας (προφανώς λόγω προζυμωτικής εκχύλισης), αλλά αποξηραμένων. Σίγουρα μυρίζει δέρμα και λίγο καφέ, ενώ από βότανα θυμίζει δενδρολίβανο και φασκόμηλο και από μπαχαρικά πιπέρι και καπνιστή πάπρικα, εκεί που στο κάδρο μπαίνει διακριτικά και το βαρέλι. Έχει σίγουρα ορυκτότητα, που παραπέμπει σε θειάφι ή στη μυρωδιά σπιρτόκουτου γεμάτο σπίρτα (είναι πολύπλοκο, το εννοούμε…).

Τα περισσότερα από τα αρώματα της μύτης τα συναντάς και στο επίσης κομψό στόμα, μέτριου (και πολύ λέω…) σώματος. Προς το παρόν κυριαρχούν τα φρουτώδη, βγάζοντας περισσότερη φρεσκάδα απ’ όσο η μύτη, η οποία μοιάζει με τρέιλερ για το τι θα ακολουθήσει με τον καιρό και στο στόμα. Αυτό είναι θαυμάσια ισορροπημένο ανάμεσα στο αλκοόλ και στη συνισταμένη οξύτητας και εντελώς ιδιαίτερων τανινών. Ο τρόπος που αυτές στεγνώνουν τη στοματική κοιλότητα, όπως κάνουν όλες οι τανίνες, άρα και αυτές του καπνού, θυμίζει πάλι αυτόν μετά από ένα καλό πούρο: στεγνότητα ικανοποίησης, που μένει και στην πραγματικά ατέλειωτης διάρκειας επίγευση, με πολύ έντονο το άρωμα αχλαδιού. Αυτή σφραγίζει το Μεθυμναίος Ερυθρός 2019, αλλά και το υψηλό επίπεδο της εσοδείας του.

Το εν λόγω κρασί μπορεί να ξενίσει κάποιους. Είναι, όμως, άκρως ξεδιψαστικό και ευχάριστο. Καταναλώνεται από τώρα και σίγουρα παλαιώνει με ενδιαφέρουσα εξέλιξη για πολλά χρόνια. Δεν ξέρουμε πώς θα είναι φτάνοντας σε παλαίωση όσων ετών προμηνύει ο παραγωγός του: ακόμα και 30 έτη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως το 2012 δοκιμάζοντας ένα Μεθυμναίο Ερυθρό 1997 (το πρώτο εμφιαλωμένο κρασί της Λέσβου με πολύ πιο ρουστίκ στυλ από το σημερινό), η εντύπωσή ήταν πως μετά από δεκαπενταετία είχε ακόμα χρόνια μπροστά του, παρότι ήταν αποτέλεσμα οινοποίησης παλιάς κοπής. Σε άρθρο της χρονιάς αυτής, εντυπωσιασμένος δήλωνε σχετικώς και ο Ντίνος Στεργίδης δοκιμάζοντας το κρασί αυτό αλλά και άλλα του Γιάννη Λάμπρου.

 

Το τερουάρ πίσω από το κρασί

Lava_of_Western_Lesvos_where_Grapes_are_Grown.jpgΗ λάβα πάνω στην οποία καλλιεργείται το χυδηριώτικοΣτο εν λόγω άρθρο, ανάμεσα σε άλλα γίνεται λόγος για το τερουάρ των Χυδήρων: Θειικός χαλκός και γύψος συνυπάρχουν στη σύσταση των κίτρινων βράχων της περιοχής, που μυρίζουν θειάφι και αποτελούν το σκηνικό για έναν πραγματικά ξεχωριστό αμπελώνα στη δυτική Λέσβο. Το τοπίο είναι σχεδόν απόκοσμο και τραβάει το μάτι αφού έχει βγει από τα σωθικά της γης. Πρόκειται για τον κρατήρα ηφαιστείου, η λάβα του οποίου δημιούργησε και το απολιθωμένο δάσος του νησιού.

Ο αμπελώνας, ακριβώς στον κρατήρα του ανενεργού ηφαιστείου, είναι φυτεμένος με χυδηριώτικο. Πρόκειται για αναβίωση αμπελώνα στη Λέσβο που επιτεύχθηκε από την οικογένεια Λάμπρου με κύριο υπεύθυνο τον Δημήτρη, πατέρα του σημερινού οινοποιού, Γιάννη. Διότι η ξακουστή στην αρχαιότητα για τα κρασιά της Λέσβος χτυπήθηκε από τη φυλλοξήρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Το ότι ήταν ήδη τόπος του ούζου έκανε τους αμπελουργούς του νησιού να εγκαταλείψουν τα φυτά τους. Φτάνοντας στη δεκαετία του 1980 η οικογένεια Λάμπρου ονόμασε χυδηριώτικο την εναπομείνασα ποικιλία αμπέλου που βρήκε εκεί και από το 1985 την καλλιεργεί ανελλιπώς. Μετά από 12 χρόνια το οινοποιείο της, Μεθυμναίος (προσωνύμιο του Θεού Διόνυσου), είχε ολοκληρωθεί και ύστερα από δύο ακόμη χρόνια, στην εκπνοή του 20ού αιώνα, κυκλοφόρησαν τα πρώτα κρασιά του, όλα από αυτήν τη ποικιλία αμπέλου με σταφύλια λεπτόφλουδων ραγών χωρίς πολλές χρωστικές.

 

Ο οινοποιός και το στυλ του

JohnLambrou1.jpgΟ Γιάννης Λάμπρου είναι ένας από τους ελάχιστους οινοποιούς της Λέσβου και σίγουρα ο πιο δραστήριος εντός και εκτός Ελλάδας. Εκμεταλλεύεται εδώ και χρόνια σταφύλια και άλλων αμπελουργών, που ξαναφύτεψαν και εκείνοι χυδηριώτικο. Παράγει τρία κρασιά διαφορετικών χρωμάτων και στυλ, όλα από την ίδια ποικιλία: ένα λευκό, ένα πορτοκαλί (orange) και το ερυθρό, που στάθηκε αφορμή να συνομιλήσουμε εκτενώς μαζί του. Ωστόσο, όπως μας λέει, «για προσωπικούς λόγους το 2017 και το 2018 δεν έβγαλα ερυθρό. Εξάλλου, οι εσοδείες αυτές κρίθηκαν πιο κατάλληλες για orange, γιατί λόγω υγρασίας τις χρονιές αυτές τα σταφύλια δεν ήταν τόσο συμπαγή. Το αντίθετο συνέβη τις επόμενες δύο εσοδείες».

Ο Γιάννης Λάμπρου είναι ένας μάλλον sui generis οινοποιός, που σε μεγάλο βαθμό ακολουθεί το ένστικτό του. «Πιστεύω πως πρέπει να κάνουμε αυτό που μας πηγαίνει. Εμένα, π.χ., μου αρέσουν τα καθαρά κρασιά, τα αφαιρετικά, όχι τα μπαρόκ. Είμαι περισσότερο του Ντράγιερ παρά του Φελίνι», λέει, αναφερόμενος σε μεγάλους σκηνοθέτες και στο στυλ τους, ενθυμούμενος το διδακτορικό του στην ιστορία και θεωρία του κινηματογράφου. Προσθέτει δε: «Mε εμπνέει η φύση της Λέσβου με την ακατέργαστη και ωμή κομψότητά της. Το καθαρό και το μινιμαλιστικό είναι το κέντρο του concept μου. Σε αυτό με έχει, σίγουρα, επηρεάσει και η επαφή μου με τον ιαπωνικό πολιτισμό, όπου η καθαρότητα στη μορφή είναι πολύ σημαντική και αυτό είναι κάτι που επιτυγχάνεται με πολλή δουλειά».

Λέγοντας «δουλειά», όσον αφορά το κρασί, ο Γιάννης Λάμπρου ανάμεσα σε άλλα εννοεί και τις παρεμβάσεις κατά την οινοποίηση: «Δουλειά του οινοποιού είναι και ο έλεγχος της οινοποίησης. Για παράδειγμα, εγώ φιλτράρω τα κρασιά μου. Η αίσθησή μου για τα αφιλτράριστα κρασιά είναι πως με το που ανοίγεις το μπουκάλι υπάρχει μια έκρηξη αρωμάτων που γρήγορα χάνεται. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πολύ “χύμα” να μην παρεμβαίνεις οινολογικά ώστε να βοηθήσεις τη φυσική κατεύθυνση. Δεν είμαι μελλοντολόγος, αλλά πιστεύω ότι το έντονο ενδιαφέρον των τελευταίων χρόνων για τα φυσικά κρασιά δεν ήρθε απαραίτητα για να μείνει», λέει, και διευκρινίζει: «Γενικώς, δεν προσεγγίζω το στυλ του νέου, αλλά την κομψότητα του παλιού κόσμου του κρασιού, π.χ. της Γαλλίας και της έμφασης που δίνει στο τερουάρ. Τα κρασιά μου, βέβαια, είναι βιολογικής καλλιέργειας και μάλλον ήπιας οινοποίησης.  Όχι, όμως, γιατί προσπαθώ να προσεγγίσω τα “φυσικά κρασιά”, αλλά γιατί αυτό συμβάλλει στην καθαρότητά τους και στην ανάδειξη του τερουάρ και της ποικιλίας της Λέσβου».

 

Στους ξένους αρέσει το χυδηριώτικο

Όπως ο κ. Λάμπρου αρέσκεται στην ιαπωνική κουλτούρα, έτσι φαίνεται πως αρέσουν και τα κρασιά του στους Ιάπωνες και ταιριάζουν με το φαγητό τους. «Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια στο πλαίσιο της έκθεσης Οινόραμα, σε συνάντηση με Ιάπωνες εισαγωγείς και γευσιγνώστες, που διοργάνωσε η Enterpise Greece. Ακολούθησε ένα ταξίδι στην Ιαπωνία το 2018 και την επόμενη χρονιά υπήρξε ενδιαφέρον από εκεί, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται αντιμετωπίζουν το χυδηριώτικο ως κάτι ιδιαίτερο, που μας επιβεβαιώνουν και οι επαναλήψεις των παραγγελιών. Το λευκό χυδηριώτικο ταίριαξε πιο πολύ με τα ιαπωνικά πρώτα πιάτα και τα υπόλοιπα κρασιά μου με σούσι, σασίμι και κάποια γλυκόξινα, με τις σάλτσες των οποίων το κόκκινο κρασί πήγε εξαιρετικά». Σε κάθε περίπτωση και όχι μόνο στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, οι εξαγωγές των κρασιών Μεθυμναίος πήγαν πολύ καλά το 2019, ενώ το 2020 φαίνεται πως πηγαίνουν ακόμα καλύτερα, κυρίως όσον αφορά τη δυναμική. «Δεν είναι μόνο τα νούμερα. Από Ελβετία και τώρα πια και από Ρωσία και Καναδά, το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται είναι σημαντικό».

 

Χυδηριώτικο: καλό και για orange κρασί

Methymnaeos-Organic-Vineyard.jpgΟ αμπελώνας στα Χύδηρα«Τα πορτοκαλί κρασιά είναι μια τάση που πιστεύω πως, σε αντίθεση με την πιο γενική κατηγορία των “φυσικών” οίνων, ήρθε για να μείνει. Το orange μου από χυδηριώτικο κοντεύει να ξεπεράσει σε πωλήσεις το κόκκινο, που πάντα ήταν πρώτο σε αυτές», λέει ο Γιάννης Λάμπρου. Εξηγώντας πώς κατέληξε στο πορτοκαλί κρασί, είπε πως «το 2010 μια παρτίδα λευκού, που παράγεται με τη μέθοδο πάτα-τράβα, ξεχάστηκε και άρχισε να βράζει μόνο του. Το αποτέλεσμα μάς άρεσε και έτσι προέκυψε το orange μας. Όπως πολλά εξαιρετικά κρασιά του κόσμου, κατά τύχη». Η έκθεση Οινόραμα ήταν και για αυτό το κρασί κομβικό σημείο, παραδέχεται: «Το 2013 που πρωτοπήγα το orange μου στο Οινόραμα (σ.σ. για την ακρίβεια, στην έκθεση «Διονύσια»), έτυχε εξαιρετικής υποδοχής. Ήταν σαφώς ένα από τα πρώτα orange κρασιά της Ελλάδας».

Ο Γιάννης Λάμπρου παρακολουθεί τις τάσεις αλλά ακολουθεί και εκεί το ένστικτό του. Όσον αφορά τα σχέδιά του λέει: «Εγώ δουλεύω σε βάθος χρόνου. Το πιθανότερο είναι να μην βγάλω άλλες ετικέτες τα επόμενα 5 χρόνια. Στην επόμενη δεκαετία, αν βγάλω, άντε να βγάλω άλλη μία. Με ενδιαφέρει η βελτίωση της ποιότητας και η μικρή αύξηση της παραγωγής ώστε να ικανοποιεί τη ζήτηση». Η παραγωγή του οινοποιείου του είναι σήμερα στις 15-20.000 φιάλες ανά έτος, με ανοδική τάση.

 

Η εσοδεία 2019 στη Λέσβο

«Διαφορές παρουσιάστηκαν το 2019 σε διαφορετικά αμπελοτόπια της Λέσβου», λέει για την εσοδεία αυτή ο κ. Λάμπρου. Πιο συγκεκριμένα, στο μεγαλύτερο αμπέλι του, αυτό στον κρατήρα του ανενεργού ηφαιστείου της Λέσβου, παρουσιάστηκε όψιμος παγετός έως και το Μάιο του 2019. Αλλά οι μεγάλες αυξομειώσεις θερμοκρασίας ανάμεσα σε μέρα και νύχτα έδωσαν καλύτερο σταφύλι. Στο μικρότερο αμπέλι, αυτό γύρω από το οινοποιείο, σε λιγότερο ηφαιστειογενές έδαφος, επικράτησαν μεν πιο ήπιες καιρικές συνθήκες, αλλά δεν οδήγησαν σε τόσο καθαρό καρπό. Πάντως «το 2019 ήταν μια πολύ καλή χρονιά με αυξημένη παραγωγή και συμπαγές σταφύλι ομαλής ωρίμασης, καλής οξύτητας και καθαρότητας», λέει ο οινοποιός, ο οποίος αξιοποιεί σταφύλι αποκλειστικά βιολογικής καλλιέργειας.

Η εσοδεία 2019 ήταν για τον ίδιο σημαδιακή γιατί ξαναμπήκε προσωπικά στο αμπέλι και στη φροντίδα του, κάτι που επηρεάζει και το στυλ των κρασιών του. «Η επαφή με τη γη, πέρα από την πολλή δουλειά που απαιτεί, με έκανε να αισθανθώ πολύ καλά. Αν δεν ήταν και το μπάφιασμα του lockdown…». Τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Λάμπρου έχει αναλάβει και το οινολογικό κομμάτι, το οποίο δεν έχει σπουδάσει, αλλά με τα χρόνια έχει μάθει εμπειρικά, τουλάχιστον για τα αποτελέσματα που επιθυμεί.

Methymnaeos-Organic-Winery.jpgΤο οινοποιείο Μεθυμναίος