ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Μηδέν Άγαν: Ισορροπία

  13/12/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη

 

Papantonis.jpg

 

«Παλιά Καραβάνα» θα αποκαλούσε κάποιος τον οινοποιό Αντώνη Παπαντώνη, αφού πρόλαβε τη λεγόμενη αναγέννηση του ελληνικού κρασιού ως αμπελουργός, με φυτεύσεις πριν από τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια ως οινοποιός με το πρώτο κρασί του να κυκλοφορεί το 1993. Το κρασί που δοκιμάζουμε είναι το Μηδέν Άγαν εσοδείας 2019, βέβαια.

 

Ο 70άρης πια οινοποιός, πριν τον κερδίσει το αμπέλι και το κρασί, σπούδασε οικονομικά στην Αμερική, στο Hamilton College του Mason City, στην Αϊόβα και εργάστηκε ως οικονομολόγος σε μεγάλες τεχνικές εταιρείες στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή. Δηλωμένος λάτρης της Αρχαίας Ελλάδας δεν έδωσε απλώς αρχαιοελληνικό όνομα στο κρασί του.

 

Το νόημα της φράσης «Μηδέν Άγαν», που σημαίνει «τίποτα σε υπερβολή» ή «όλα σε μέτρο» ήταν που τον έκανε να στραφεί στο αμπέλι. Δηλαδή στη φύση, αναζητώντας την ισορροπία. Εγκαταστάθηκε έτσι στα πάτρια εδάφη στο Μαλανδρένι Άργους και από το 1979, που απέκτησε τους αμπελώνες του, ασχολείται με αυτούς και στη συνέχεια με την παραγωγή κρασιού.

 

 

Αμπελώνες, Οινοποιείο, Κρασιά

Η Οινοποιία Παπαντώνη βρίσκεται στο Άργος και οι αμπελώνες της, στο χωριό Μαλανδρένι (εντός ζώνης Νεμέας) είναι 50 στρέμματα, σε υψόμετρο 320μ. και σε εξαιρετικής αποστράγγισης αργιλοαμμώδες έδαφος που ευνοεί την αργή ωρίμαση του σταφυλιού. Εκτός αυτού, το μεσοκλίμα Μαλανδρενίου, με ζεστές και ξηρές ημέρες και δροσερές και υγρές νύχτες κατά την ωρίμαση του σταφυλιού δρα ευνοϊκά υπέρ αυτής. Ωστόσο, εδώ και κάποια χρόνια ο οινοποιός αγοράζει πια σταφύλι και από αμπελώνες της περιοχής αυτής. «Γεράσανε πια τα αμπέλια μου και δεν έχω προβεί ακόμα σε αναμπέλωση. Αλλά θα το κάνω», λέει, ενώ για τη γεωγραφική ένδειξη του Μηδέν Άγαν επισημαίνει: «Επιτραπέζιο το έβγαλα αρχικά, όταν τα ΟΠΑΠ, τότε, δεν ήταν της μόδας. Οι καλοί οινοποιοί δεν τα επέλεγαν. ΠΓΕ Πελοπόννησος το έκανα γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσα να λαμβάνω μέρος σε διάφορα προγράμματα. Θα μπορούσα να το έχω ΠΟΠ Νεμέα».

Εκτός από το Μηδέν Άγαν, η Οινοποιεία Παπαντώνη παράγει από το 2005 και το λευκό Μέτρον Άριστον και ενίοτε, όποτε η χρονιά αξίζει, το γλυκό κρασί Λυσιμελής (σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «χαλαρωτικός»), από αγιωργίτικο 100% (πρώτη εσοδεία το 2003). «Εκτιμώ πως το κοινό των κρασιών μου είναι οι σαραντάρηδες και άνω. Πουλώ την παραγωγή μου μέσω εστιατορίων, αρκετών wine bar, λίγων καβών και απευθείας παραγγελιών λόγω προσωπικών γνωριμιών. Εξάγω το 30% κυρίως σε ΗΠΑ, Γερμανία, Αγγλία, Βέλγιο, Αυστρία, Καναδά, Ιαπωνία… Όχι σε Κίνα, που είναι πολύ μεγάλη για εμένα», λέει και δηλώνει πως δεν σκοπεύει να βγάλει άλλες ετικέτες: «Καλά-καλά και με τόση πείρα δεν καταφέρνω να κουμαντάρω αυτές…».

 

MidenAganNaked.jpgΤο Μηδέν Άγαν 2019 και η εσοδεία του

Το Μηδέν Άγαν 2019 αρχίζει να κυκλοφορεί στην αγορά περί τα τέλη του 2020 και θα εμφιαλωθεί συνολικά σε 20.000 περίπου φιάλες. «Αν και η τεχνολογία έχει φέρει μεγάλες αλλαγές στην οινοποίηση εγώ δεν έχω αλλάξει πολλά. Το Μηδέν Άγαν παράγεται με κλασική ερυθρά οινοποίηση στους 24ο-26οC, με αναδεύσεις σε οινοποιητές. Σύμβουλός μου είναι ο Χρήστος Πέππας, ένας οινολόγος που γνωρίζει το αγιωργίτικο όσο λίγοι. Έχω την τιμή να είναι και κουμπάρος μου», λέει ο κ. Παπαντώνης και προσθέτει: «Η οινοποίηση είναι σαν την εκτέλεση μιας συνταγής. Φαγητό με αυτήν μπορεί να φτιάξουν πολλοί μάγειρες. Είναι, όμως, το χέρι κάθε ενός που θα βγάλει άλλο αποτέλεσμα. Έτσι είναι και το χέρι κάθε οινοποιού».

Το χρώμα του Μηδέν Άγαν 2019 είναι ρουμπινί ανοιχτό, ζωηρό και αρκετά διάφανο, παρόμοιο με κάποιων πολύ σκουρόχρωμων ελληνικών ροζέ (μερικά πιο σκούρα από αυτό!). Καθαρή, αρκετά κομψή, αρκούντως έντονη και χυμώδη βρήκαμε τη μύτη. Θυμίζει κεράσι, άγουρο μήλο και φράουλα και η ανάδευση την εντείνει. Σε φόντο συναντάς φυτικότητα και νότες βαρελιού που προσθέτουν ελαφρώς καπνιστή αίσθηση και νύξεις κακάο. «Το κρασί αυτό, από την εσοδεία 2019 πέρασε περίπου 10 μήνες σε βαρέλι. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού ήταν παλιό. Δεν είμαι υπέρ του έντονου ξύλου», λέει σχετικά ο οινοποιός. Η τυπική έκφραση του αγιωργίτικου, εκτός από την ευχάριστη μύτη συνεχίζεται και στο μάλλον πιο αυστηρό, λόγω νεότητας, στόμα, με παρόμοια αρώματα και ισορροπία ανάμεσα σε αυτά του φρούτου και του ξύλου. Το σώμα είναι μέτριο, η οξύτητα ανάλογη και οι κάπως έντονες τανίνες αρκετά λεπτόκοκκες, σε καλή ισορροπία με το 13% αλκοόλ. Τα προαναφερθέντα αρώματα συνοδεύουν επίμονα τη μακρά επίγευση καθ’ όλη τη διάρκειά της.

Εντέλει, το Μηδέν Άγαν 2019 είναι ένα ευχάριστο, παλιοκοσμίτικο ερυθρό κρασί, ανάλαφρο, αλλά όχι άτονο, που γέρνει προς τη λεπτότητα και όχι τη συμπύκνωση. «Ήταν πιο συμπυκνωμένο όταν φτιαχνόταν από σταφύλι των δικών μου, παλαιών κλημάτων», παραδέχεται ο οινοποιός και προσθέτει: «Επιλέγω, όμως, σταφύλι από πολύ καλούς αμπελουργούς της περιοχής. Πρακτικά, εκεί πιστεύω πως βοηθά πολύ αυτό που λέμε τερουάρ. Λίγο ή πολύ, με την τεχνολογία και την ανάπτυξη της επιστήμης, το δικό σου αμπέλι εάν το προσέξεις θα σου δώσει καλό αποτέλεσμα. Όταν όμως αγοράζεις από άλλους, εκτός από το ποιοι είναι αυτοί και τι κάνουν, καλό είναι να επιλέγεις περιοχές εγνωσμένης αξίας όσον αφορά το τερουάρ».

Το Μηδέν Άγαν 2019 καταναλώνεται αβίαστα από τώρα και εκτιμάται πως έχει τουλάχιστον μία πενταετία βελτιούμενης εξέλιξης. Αυτό υπόσχονται οι αρκετές και καλές τανίνες, ενώ το φρούτο προμηνύει πολυπλοκότητα. Λίγο πιο αισιόδοξος είναι σχετικά ο Αντώνης Παπαντώνης: «Στα 6-7 χρόνια θα είναι η καλύτερη στιγμή του. Κάπως έτσι ήταν στα νιάτα του και το 2016 και δοκιμάζοντάς το σήμερα τού δίνεις σίγουρα τουλάχιστον ακόμα 3 χρόνια καλής εξέλιξης. Γενικώς, πάντως, παλιές εσοδείες Μηδέν Άγαν παρουσιάζουν μεν οξείδωση, αλλά όχι κόπωση. Έχω κρατήσει φιάλες από όλες τις εσοδείες και οι καλύτερες που μου έρχονται κατά νου είναι του 1996, του 2002 και του 2006».

Μιλώντας, πάντως για εσοδείες, ο κ. Παπαντώνης δεν είπε τα καλύτερα για αυτήν του 2019 όσον αφορά τη Νεμέα. «Το 2019 ήταν, απλώς, μια καλή χρονιά. Στον κάμπο πάθανε ζημιά, αλλά στα ορεινά, όπως και στο Μαλανδρένι, οι καλοί παραγωγοί πρόλαβαν και τρύγησαν. Είχαν πέσει ασθένειες και γλίτωσαν μόνο όσοι είχαν ραντίσει εγκαίρως. Ευτυχώς, εγώ πρόλαβα και πήρα καλό σταφύλι».