ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Το Κτήμα Σκαλάνι έγινε Scalarea Estate

  21/10/2021

του Αργύρη Καλλιανιώτη

 

ScalareaHill_Cover.jpg

Το 1989, λίγο έξω από το χωριό Σκαλάνι στο Ηράκλειο Κρήτης και μόλις 4 χλμ. από την Κνωσσό, η οινοποιία Μπουτάρη αγόρασε ένα πανέμορφο λόφο με σκοπό τη δημιουργία αμπελοοινικής εκμετάλλευσης. Οι πρώτες φυτεύσεις έγιναν άμεσα, αφού το μόνο φυτεμένο σταφύλι ήταν το ραζακί, που είναι κατά κανόνα επιτραπέζια ποικιλία. Μετά από πολλή δουλειά, μελέτες και δοκιμές, το 2015 ο αμπελώνας κατέληξε στη σημερινή του εικόνα, ενώ το 2004 είχε αρχίσει να λειτουργεί και οινοποιείο, που είναι ίσως και εκείνο με την πιο μοντέρνα αισθητική ανάμεσα στα υπόλοιπα της οινοποιίας. «Η κατεύθυνση εξ αρχής ήταν να γίνει κάτι καλό. Ο σκοπός ήταν διττός: να βρούμε τις κατάλληλες ποικιλίες και να δείξουμε στους αμπελουργούς την πρέπουσα καλλιέργεια», εξηγεί ο Γιάννης Βογιατζής, γενικός διευθυντής και υπεύθυνος οινολόγος της εταιρείας Μπουτάρη. Σήμερα, η Boutari εκτιμά πως έχει πετύχει τους στόχους της και επισφραγίζει τη νέα σελίδα του κτήματος με την αλλαγή και του ονόματός του, από Κτήμα Σκαλάνι σε «Scalarea Estate». Η ονομασία προέρχεται από αυτήν της περιοχής, όπως βρέθηκε σε κείμενα του 12ου αιώνα.

 

Πολλές οι ζυμώσεις στον αμπελώνα

Η επιλογή αγοράς γης στην Κρήτη, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, εντάσσεται στην τότε στρατηγική της εταιρείας Μπουτάρη να αγοράζει αμπελώνες σε υποσχόμενες ζώνες παραγωγής οίνων ΠΟΠ. Με βάση τις ποικιλίες τους, στην περίπτωσή αυτή μιλάμε για φυτεύσεις με μαντηλάρι, κοτσιφάλι και «λίγη βηλάνα, γιατί τότε βρίσκαμε εύκολα αρκετή, λέει ο κ. Βογιατζής. Μία άλλη κατεύθυνση ήταν οι διεθνείς ποικιλίες. Μεγάλο κομμάτι του αμπελώνα ήταν πειραματικό, ενώ μας ενδιέφερε και η κλωνική επιλογή». Για το λόγο αυτό, προκειμένου να εξερευνήσει το κρητικό τερουάρ τη δεκαετία του 1990, η εταιρεία συνεργάστηκε με ινστιτούτο έρευνας της νοτίου Γαλλίας.

Στις προσπάθειές της δοκίμασε διάφορες ποικιλίες, μέχρι και την αλσατική σιλβάνερ, μιας και φέρεται να έχει προέλευση από την ανατολή. «Ήμασταν αυτοί που φέραμε βιδιανό από τις Μέλαμπες και άλλα πολλά, που κατόπιν παρείχαμε και σε άλλους: πλυτό, δαφνί, μοσχάτο Σπίνας, ενώ δοκιμάσαμε και λιάτικο για γλυκά κρασιά. Φυτέψαμε, επίσης, Malvasia», θυμάται ο οινολόγος και για αυτήν εξηγεί περαιτέρω: «Οι ποικιλίες με το όνομα Malvasia ήταν πολλές στην Ευρώπη, οπότε λόγω εικασιών, μόνο τότε, περί κρητικής καταγωγής επιλέχθηκαν πέντε, ανάμεσά τους και οι Malvasia di Candia και Malvasia aromatica, αφού δεν έμοιαζαν με τοπικές ποικιλίες. Από αυτές έμεινε η aromatica». Όσον αφορά τις αμιγώς ξένες ποικιλίες, «καλλιεργήσαμε σαρντονέ και ψάχνοντας κάτι να αντικαταστήσει το μαντηλάρι δοκιμάσαμε σιρά», προσθέτει. Από την άλλη μεριά, εξηγεί πως μεγάλη έμφαση δόθηκε στην κατανόηση κάθε ποικιλίας σε βάθος. «Δουλέψαμε πολύ το πότε θα τρυγάμε το κοτσιφάλι στη μέγιστη ωρίμασή του. Δουλέψαμε, επίσης, πειραματιζόμενοι με διαφορετικές πυκνότητες φύτευσης» και όσον αφορά για το τι μέλει γενέσθαι σημειώνει: «Τώρα πια εργαζόμαστε περισσότερο με το οινοποιητικό κομμάτι».

 

Οι ζυμώσεις στο αμπέλι οδηγούν το κρασί

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, με δοκιμές και μελέτες, περί το 2015 η εταιρεία κατέληξε στις φυτεύσεις που έχει σήμερα στο κτήμα της στην Κρήτη. Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά τις ανοιχτόχρωμες ποικιλίες κυριαρχούν το βιδιανό, το αθήρι και το ασύρτικο και δευτερευόντως η βηλάνα, η μαλβάζια, το μοσχάτο Σπίνας και το σαρντονέ. «Τόσο όσο, λέει ο Γιάννης Βογιατζής για τη γνωστή γαλλική ποικιλία, ώστε να μην αλλάξει ριζικά ο χαρακτήρας του λευκού Φανταξομέτοχου, που είναι ένα κρασί το οποίο η αγορά γνωρίζει εδώ και χρόνια». Στις σκουρόχρωμες ποικιλίες κυριαρχούν το κοτσιφάλι, το μανδηλάρι και το σιρά, το οποίο «δεν αποκλείεται, με τη σειρά του, να αντικατασταθεί εν καιρώ». Βέβαια, στην ουσία τα πειράματα δεν σταματούν ποτέ, αφού στις μέρες μας εστιάζονται, ανάμεσα σε άλλα, και στο μαυροτράγανο.

Η έκταση των φυτεύσεων του Κτήματος Μπουτάρη στην Κρήτη είναι σήμερα 66 στρέμματα, στη βόρεια κυρίως πλευρά του λόφου, σε υψόμετρο από 170 έως 215 μέτρα. Προστατεύονται από τους θερμούς νοτιάδες του Λιβυκού Πελάγους, ενώ τα ευεργετικά μελτέμια του Κρητικού Πελάγους, στα οποία εκτίθενται προς βορρά, δροσίζουν τα αμπέλια.

 

ScalareaWines.jpg

Τα κρασιά

Τα τελευταία 25 χρόνια από το Κτήμα της Μπουτάρη στην Κρήτη κυκλοφόρησαν τα κρασιά Κτήμα Φανταξομέτοχο λευκό, ροζέ και κόκκινο, το οποίο στη συνέχεια έγινε Σκαλάνι, που παραμένει το πλέον γνωστό κρασί του Κτήματος. Παράλειψη θα ήταν να λησμονήσουμε το γλυκό κρασί Ιουλιάτικο, από την ποικιλία λιάτικο.

Σήμερα, δύο είναι προς το παρόν τα νέα κρασιά του κτήματος, το Scalarea Λευκό (ΠΓΕ Ηράκλειο), ένα χαρμάνι από βιδιανό και αθήρι και το λευκό Φανταξομέτοχο (ΠΓΕ Κρήτη), η γνωστή ετικέτα αλλά με νέα ποικιλιακή σύνθεση: σαρντονέ και ασύρτικο. Το Scalarea Ερυθρό (ΠΓΕ Ηράκλειο) αποτελεί μετονομασία του οίνου Σκαλάνι, με αναλλοίωτη ποικιλιακή σύνθεση, κοτσιφάλι και σιρά. Η ιδιαιτερότητα του κρασιού αυτού είναι ότι κυκλοφορεί στην αγορά μετά από μακρόχρονη παλαίωση (εν έτει 2021 κυκλοφορεί εκείνο της εσοδείας 2013). Στην παραγωγή παραμένει και το ερυθρό γλυκό κρασί Ιουλιάτικο.

 

Η γευστική δοκιμή

Για το Scalarea Λευκό 2020 οι ποικιλίες βιδιανό και αθήρι τρυγήθηκαν και οινοποιήθηκαν ξεχωριστά. Το χαρμάνι τους έχει αποτέλεσμα ένα ανοιχτό λεμονί χρώμα και μία ευχάριστη, φρουτώδη μύτη χαμηλής έντασης, όπου κυριαρχούν τα εσπεριδοειδή. Το άρωμα βερίκοκου, που συναντάται συνήθως στο βιδιανό απουσιάζει. Το αλκοόλ (12,5%) ξεχωρίζει κάπως, όπως και στο στόμα, όπου τα αρώματα συνάδουν με της μύτης, με την προσθήκη κάποιων εξωτικών φρούτων (π.χ. πεπόνι). Γευστικά κινείται σε ήπια επίπεδα μέχρι και το τελείωμα. Το μπατονάζ με τις λεπτές οινολάσπες δεν έχει φορτώσει το κρασί με περίσσιο όγκο, αφήνοντάς το να κινείται στον προαναφερθέντα ήπιο χαρακτήρα μέχρι και το τελείωμα.

Το Φανταξομέτοχο 2020, με λαμπερό λεμονί χρώμα και χρυσαφί χροιά, έχει σύνθετη και συμπαγή μύτη, που με ιδιαίτερη φρεσκάδα θυμίζει άνθη και φρούτα (μοσχολέμονο και πράσινο μήλο). Υποστηρίζεται δε και από ίχνη ευχάριστης φυτικότητας, συντείνοντας στην πολυπλοκότητα. Η τυπικότητα όσον αφορά τις ποικιλίες του, ασύρτικο και σαρντονέ, που τρυγούνται και οινοποιούνται ξεχωριστά, είναι ικανοποιητική. Επιβεβαιώνει δε την αυστηρή επιλογή για το τελικό χαρμάνι, όπως τη δηλώνει η οινοποιία. Ο όγκος είναι αρκετός, στο ανάλογων αρωμάτων με τη μύτη στόμα και συνεπικουρείται από σχετική λιπαρότητα. Η δε οξύτητα εξισορροπεί επαρκώς το 13% αλκοόλ, το οποίο ξεχωρίζει ελαφρώς μόνο κατά την αρκετά μακρά επίγευση, που παραμένει ευχάριστη μέχρι να σβήσει.