ΔΟΚΙΜΑΣΑ

First we take Manhattan, then we take Berlin

  31/07/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη

Manhattan.jpg 

Ακούγοντας τυχαία στο ραδιόφωνο του αυτοκίνητου το κλασικό τραγούδι του Leonard Cohen «First we take Manhattan» θυμήθηκα την Ύδρα που λάτρευε όπου είχε και σπίτι. Συνειρμό στο συνειρμό έφτασα σε παλιές διακοπές μου στο νησί και επέστρεψα νοερά δεκαετίες πίσω, όταν μόδες και τάσεις για «Anything But Chardonnay», για «φυσικά» κρασιά και για γηγενείς ποικιλίες δεν υπήρχαν. Τάση στην ήδη ξεκινημένη αναγέννηση του ελληνικού κρασιού ήταν τότε οι διεθνείς ποικιλίες και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή του. Γιατί κάθε βήμα αυτής της εξέλιξης ήταν και ένα κομματάκι του παζλ. Έτσι φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για τη μοναδικότητα των ελληνικών ποικιλιών, για ελληνικά terroir, για παγκοσμίου κλάσης Σαντορίνες και άλλα πολλά, ευχόμενοι ένα ακόμα καλύτερο αύριο για το ελληνικό, επώνυμο κρασί.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά άνοιξε, όμως, η όρεξή μου για τις δύο πιο κλασικές διεθνείς ποικιλίες λευκών κρασιών, σοβινιόν μπλαν και σαρντονέ. «Το ακριβές αντίστοιχο των δύο κλασικών κοκτέιλ (Manhattan και Berlin) των στίχων του Cohen», σκέφτηκα, ψάχνοντας τι θα δοκίμαζα και ιδού:

 

Sauvignon Βlanc Κρυόβρυση Vineyard 2019, Κτήμα Χατζημιχάλη

Κρυστάλλινα διάφανο, έχει χρώμα που μοιάζει με αυτό του χυμού λεμονιού και είναι εξίσου χλωμό. Σύμπτωση, μια και ο αμπελώνας του είναι στο Χλωμό όρος, στα σύνορα Βοιωτίας και Φθιώτιδας.

Χωρίς να ανακινήσεις το ποτήρι μυρίζει ροδάκινο και βερίκοκο Διαμαντοπούλου. Αφού το φέρεις μερικές στροφές, αναδύονται τυπικά, κομψά και συγκρατημένα: 1. φρουτώδης εξωτισμός, 2. pipi de chat και 3. ορυκτότητα. Η τελευταία, προφανώς, από τα ασβεστολιθικά πετρώματα του αμπελοτοπίου Κρυόβρυση, ιδανικά για την ποικιλία. Στην εξέλιξη βρίσκεις και νύξεις ευχάριστης φυσικότητας.

Πιο αρμονικό με τη μύτη στόμα ίσως να μην υπάρχει. Εδώ γεύεσαι ακριβώς ό,τι οσφράνθηκες, με ανάλογη κομψότητα. Η ορυκτότητα εκφράζεται ελαφρώς υφάλμυρα, η ισορροπία ανάμεσα στο μέτριο αλκοόλ (12,5%) και στην «τόση-όση» οξύτητα είναι άψογη, ενώ η επίγευση είναι αρκετά μακρά και αρμονική με όσα έδωσε προηγουμένως το κρασί στο στόμα.

Πρόκειται για κλασική έκφραση φινετσάτου Sauvignon Blanc ευρωπαϊκής κοπής, που οι αρετές του αμπελοτοπίου του οξύνθηκαν την εσοδεία 2019, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα πληρότητας. Θα ταίριαζε με πλήθος από σαλάτες, πιάτα με πρώτες ύλες θαλάσσης κ.ά., αλλά ποθεί όσο τίποτα άλλο υψηλής ποιότητας κατσικίσια τυριά και ανάλογου επιπέδου ψωμί. Θα τα απογειώσει και θα απογειωθεί.

Αν, λοιπόν, αυτό ήταν το Manhattan, με ετικέτα δωρικής λιτότητας, το Berlin έχει ντύσιμο μινιμαλιστικής αισθητικής, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Το σταφύλι του προέρχεται από την Κοιλάδα των Μουσών ή αλλιώς Άλσος των Ελικωνίων Μουσών, αφού βρίσκεται στα ανατολικά του όρους Ελικώνας, στη Βοιωτία. Είναι το εξής:

 

Muses Estate Chardonnay 2019

Πάλι με χρώμα χυμού λεμονιού, είναι ποτισμένο με χρυσαφί ανταύγειες, που προϊδεάζουν για τους 8 μήνες βαρέλι που αναφέρονται στην ετικέτα. Η πρώτη μυτιά, χωρίς ανακίνηση, βγάζει καλό αρωματικό εύρος και χαμηλής έντασης μικτά αρώματα φρούτου και βαρελιού. Στις περιστροφές το σπριντ κερδίζει το φρούτο (λευκόσαρκα πυρηνόκαρπα και εσπεριδοειδή) και το δρόμο αντοχής το βαρέλι (ξύλο, χαρτόνι, ξηροί καρποί). Γιατί τα αρώματα αυτά εμφανίζονται με αυτήν τη σειρά. Στη συνέχεια όμως αγκαλιάζονται σφιχτά και χορεύουν έντονα στο ρυθμό των περιστροφών του ποτηριού. Κάπου εκεί προστίθενται μήλο και αχλάδι.

Στο στόμα υπάρχει ευγένεια και –κάθε άλλο παρά αβάσταχτη– ελαφρότητα, που κάνει το κρασί ευκολόπιστο, όσο λίγα ελληνικά σαρντονέ με βαρέλι. Ο πλούτος δεν λείπει, απλώς δεν επιδεικνύεται, όπως κάνουν οι νεόπλουτοι. Εάν το στόμα είναι η δεύτερη πράξη του μπαλέτου, αφού στη μύτη μιλήσαμε για χορό, εδώ βγαίνει πρώτα το βαρέλι και το φρούτο ακολουθεί. Μετά, όμως, χορεύουν και πάλι ντουέτο, μέχρι την ευχάριστη και αρκετά μακρά επίγευση, στην οποία επικρατεί το άρωμα αχλαδιού. Τόσο εκεί, όσο και γενικώς στο στόμα κυριαρχεί η μεσογειακός χαρακτήρας, ευτυχώς με οξύτητα που τα βγάζει πέρα με το αρκετό αλκοόλ (13,5%).

Σοφά χρησιμοποιημένο βαρέλι για ένα σαρντονέ όπως θα το περιμέναμε από μια χώρα με το κλίμα της Ελλάδας. Θα χορέψει στο ταψί, όπως λέει η γνωστή ελληνική παροιμία, πλήθος πιάτων ελληνικής και μεσογειακής κουζίνας, παραδοσιακής και ελαφρώς πειραγμένης, προς ικανοποίηση όσων το καταναλώσουν.