ΔΟΚΙΜΑΣΑ

Βίδια 2019: το ελληνικό σαρντονέ που θυμίζει Σαμπλί

  23/04/2021

του Θέμου Νικολετόπουλου

Το παραλληλίζειν στο χώρο του κρασιού είναι σύνηθες. Το τάδε κρασί θυμίζει εκείνο, το δείνα αυτό, συχνά με κρασιά αναφοράς, όπως π.χ. τα Chablis. Να, λοιπόν, που ένα σαρντονέ της Κορινθίας θύμισε Chablis. Ακόμα και μόνο για αυτό αξίζει την προσοχή μας.

ChablisVsVidia.jpg

 

Τα Chablis είναι σαρντονέ ψυχρού κλίματος από την ομώνυμη περιοχή της Βουργουνδίας στη Γαλλία. Διαφέρουν δε αρκετά από τα ξαδέρφια τους, τις περίφημες λευκές Βουργουνδίες της «Χρυσής  Πλαγιάς» (Côte d'Or), τόσο, που κάποιοι μπορεί να λατρεύουν τα μεν και να αδιαφορούν για τα δε.

 

Μετά από αυτήν τη σύντομη επαφή με τη Γαλλία ας προσγειωθούμε στην Κορινθία. Ας ταξιδέψουμε λίγο πίσω στο χρόνο, στο 2020, όταν δοκίμασα για πρώτη φορά το κρασί Σπάνιες Γαίες, Βίδια 2019, του Κτήματος Στροφιλιά με έδρα στην Ανάβυσσο Αττικής. Ένα σαρντονέ single vineyard, δηλαδή αποκλειστικά από ένα αμπέλι, αυτό στον Ασπρόκαμπο Κορινθίας (οροπέδιο Στυμφαλίας), σε υψόμετρο 900 μέτρων. Είναι διαμορφωμένο σε σύστημα Lyre και έτσι δυσκολότερο στην καλλιέργεια. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται, όμως, η παραγωγικότητα και το σταφύλι ωριμάζει καλύτερα, κάτι που αποτελεί καθοριστική λεπτομέρεια για το ψυχρό κλίμα της περιοχής. Τότε μού άρεσε πολύ και το επαίνεσα. Η άρτια οινοποίηση, ο ατσάλινος χαρακτήρας του, η κοφτερή οξύτητα, τα αρώματα κορόμηλου και πράσινου μήλου σε μύτη και στόμα, η κομψότητα στη δομή και η φινέτσα με έκαναν να το ονομάσω «ελληνικό Chablis».

 

strofilia_asprokampos.jpgΑμπέλι της Στροφιλιάς στον Ασπρόκαμπο

 

 

Λόγω κορωνοϊού το 2020 ήταν μία δύσκολη χρονιά, που έγινε δυσκολότερη γιατί οι 30 από τις 130 περίπου φιάλες κρασιού εσοδείας 2019 που άνοιξα ήταν ελαττωματικές. Παρ’ όλο που ερεύνησα τις γραφές, ρώτησα και έβγαλα συμπέρασμα, αποφάσισα να ασχοληθώ ξανά μόνο με κρασιά του 2019 που καταφέρνουν να καταναλώνονται ευχάριστα και τη δεύτερη χρονιά μετά τον τρύγο. Διότι, κατά τη γνώμη μου, αυτά δείχνουν το οινικό μέλλον της χώρας. Τι καλύτερο λοιπόν από το να ξαναδοκιμάσω φέτος το «ελληνικό Chablis» μου, αυτήν τη φορά πλάι σε μία φιάλη βέρου Chablis που διαπίστωσα πως είχα στο συντηρητή μου;

 

Εξασφάλισα λοιπόν ένα μεγάλο λαβράκι όπως πέρσι και την τελευταία στιγμή διαπίστωσα πως το François Martenot Marouettes Chablis ήταν του ’18. Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε συνυπολογίζοντας την ηλικία του στη γευστική δοκιμή. Jimmy Hendrix, λοιπόν, στο πικάπ, να ταιριάξει με τα αναμενόμενα ατσάλια, αλλά να έχει και κάτι το κλασικό και πρώτο ανοίξαμε το γαλλικό κρασί. Το ψάρι ψηνόταν σε απόσταση, ώστε να μην επηρεάζεται η όσφρηση, ενώ μερικές γαρίδες ως τσιπς ήταν ό,τι έπρεπε για προθέρμανση.

 

 

Chablis vs Βίδια = ισοπαλία

Σε ένα βαθμό, τσάμπα πήγε ο Hendrix. Αρχική εντύπωση ήταν πως ο ατσάλινος χαρακτήρας του Σαμπλί είχε στρογγυλέψει αισθητά και το πράσινο μήλο με την κοφτερή οξύτητα είχε εξελιχθεί σε σχεδόν αγουρωπό λευκόσαρκο νεκταρίνι. Μοσχολέμονο, λεμόνι και γκρέιπφρουτ συμπλήρωναν τυπικά την εικόνα, ενώ μία ανάλαφρη γλυκύτητα έβγαινε στην επίγευση. Το σώμα είχε γεμίσει και η δομή ήταν πολυπλοκότερη.  Έτσι, από τη σκληρή κιθάρα περάσαμε στη γλυκειά πολυπλοκότητα της τζαζ. Herbie Hancock, λοιπόν, στο πλατό και σερβίραμε το Βίδια. Ήταν σαφώς αυστηρότερο, αλλά όχι όπως πέρυσι. Τα πράσινα κορόμηλα ήταν παρελθόν, τα μήλα όμως ήταν εκεί, αλλά ως  πράσινα Γκόλντεν πλέον αντί  για Γκράνι Σμίθ. Υπήρχαν ακόμα μοσχολέμονο, λεμόνι, άνθη λεμονιάς και ροδάκινα λεμονάτα Βόλου. Όσο περνούσε δε η ώρα έβγαινε και ξύσμα από τα κίτρινα εσπεριδοειδή, όχι όμως και αρώματα παλαίωσης (τριτογενή). Η δομή παρέμενε σφιχτή, ο όγκος μέτριος και η επίγευση μέτρια και κάτι. Αυτό το κάτι ήταν σε ξύσμα και ήταν απολαυστικό, κρατώντας πολύ καλή αντίστιξη με την αφράτη σάρκα του ψαριού σε επίπεδα κορυφαίων δασκάλων της αναγεννησιακής πολυφωνίας.

 

Πηγαίνοντας πίσω στο Chablis η μουσική άλλαξε πάλι και η τζαζ έγινε πιο παλιά: Louis Armstrong με Duke Ellington στο μοναδικό δίσκο που έκαναν μαζί: The Great Summit. Τότε ήταν που αρχίσαμε να διακρίνουμε στο στόμα την υπόξινη κρέμα, μαζί με λίγο ξύσμα πορτοκαλιού, που έδινε αυτή τη γλύκα που αναφέρθηκε ήδη. Ήταν σαφές πως στο γαλλικό κρασί είχαμε λίγο περισσότερο όγκο και ευρύτερη πολυπλοκότητα, αλλά η επίγευση ήταν κοντύτερη. Εξίσου σαφές ήταν πως το κρασί αυτό είχε περάσει μηλογαλακτική μετατροπή προς μείωση της οξύτητας, πράγμα που του έδινε την επιπλέον λιπαρότητα, τον όγκο και την μάλλον πιο ενιαία δομή. Η διαδικασία της μετατροπής αυτής δεν είναι κοινός τόπος για τα Chablis. Εξαρτάται περισσότερο από τη χρονιά και αποφεύγεται όταν δεν κρίνεται απαραίτητη. Το στρογγυλότερο Chablis, παρότι σχετικά σύντομο, ίσως να έχει περισσότερους φίλους. Από την άλλη μεριά, το Βίδια έχει το πλεονέκτημα της πιο μακράς και σαφώς απολαυστικής επίγευσης και θα κέρδιζε τους θιασώτες της.

 

Μία ισοπαλία - ελληνική νίκη

Αμφότερα είναι φίνα, κομψά, ιδιαίτερα, με χαρακτήρα και δομή που τα κάνει να ξεχωρίζουν ως κρασιά ράτσας και αποτέλεσμα άρτιων οινοποιήσεων. Το ξενομπάτικο, που κοστίζει στη χώρα του περίπου όσο το δικό μας εδώ, έχει περισσότερα πιασίματα, αλλά με γαλλική φινέτσα, ενώ το ελληνικό είναι πιο νευρώδες και έχει περισσότερη τσαχπινιά. Το ότι είναι νεότερο φαίνεται. Είναι πιο τραγανό. Χωρίς ίχνος από τριτογενή αρώματα, εκτιμάμε πως και τα δύο κρασιά μπορούν να καταναλωθούν ευχάριστα τουλάχιστον μέσα στα επόμενα 2-3 χρόνια.

 

Ως κερασάκι στην τούρτα αναφέρουμε, όμως, το εξής: Φέτος, κανένα από τα δύο δεν θα το έκανες Chablis, εάν τα δοκίμαζες τυφλά. Το ατσάλι, πόσο μάλλον αυτό που δεν σηκώνει ούτε μύγα πάνω του, δεν είναι πια εκεί. Ακόμα, όμως, και τα ευγενή Chabils Premier Cru και Grand Cru, όταν έχουν τα χρονάκια τους ––και είναι πολλοί που τα προτιμούν έτσι––, διά της εις άτοπον απαγωγής τα καταλαβαίνεις. Δεν είναι πάντα ξάστερος ουρανός η ζωή, ούτε εύκολο ποίημα. Άλλωστε, τα Chablis είναι ιδέα και οι ιδέες είναι πτητικές.

 

Συνεχίσαμε να εναλλάσσουμε τα κρασιά ως το τέλος αδυνατώντας να βγάλουμε νικητή, μία κοινή προτίμηση. Ο λόγος ήταν πως τα γούστα διαφέρουν. Σε κάθε περίπτωση, για φινάλε ας πούμε και μία αλήθεια κι ας πέσει στο γιαλό: τα Chablis είναι Βουργουνδίες και οι «κουτόφραγκοι», ανάμεσα σε πολλά άλλα, τελειοποίησαν τη μηλογαλακτική για να αντιμετωπίσουν την απίστευτη οξύτητα τέτοιων κρασιών και για να τους δώσουν πληθωρικότητα και βάθος πριν καν αρχίσει η αναγέννηση του ελληνικού κρασιού. Μία ισοπαλία, λοιπόν, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα και η διαφορά των 12 μηνών ανάμεσα στα κρασιά είναι μεν αισθητή, αλλά καθόλου δεν μειώνει την αξία της. Άλλωστε, η Μαρία Μαλτέζου, από το σαφώς αναβαθμισμένο Κτήμα Στροφιλιά, μπορεί να μας προμηθεύσει του χρόνου με μία 19άρα φιάλη Βίδια, ώστε να ξαναδούμε το θέμα με την ίδια αμεροληψία και ανάλογη απόλαυση, βεβαίως.