ΚΡΑΣΙΑ

Λεύκες, «Off Broadway» ελληνικές ποικιλίες στα καλύτερα τους!

  29/07/2020

Off_Broadway350X30.jpgτου Δημήτρη Αντωνόπουλου

 

Τέλεια, άψογη, έξοχη, εσοδεία της δεκαετίας και πολλά παρόμοια διαδίδονταν σε δελτία Τρύγου και απόηχους σχολίων οινόφιλων και οινοποιών, ενώ μία γενική αίσθηση οινικής ευωχίας για τα κρασιά του 2019 είχε ψιλοαρχίσει να απλώνεται, ακόμη και σε πιο ευρεία τμήματα πληθυσμού μέσω εφημερίδων. Όσο πλησιάζαμε προς το Μάρτιο, η προσμονή της δοκιμής διαμαντιών ανέβαινε κατακόρυφα ―μιλάω για τον εαυτό μου κατ’ αρχάς―, μέχρι που ο άτιμος ο κορονοϊός ύψωσε οδοφράγματα. Αποστασιοποιηθήκαμε από την εσοδειάρα και αναγκαστήκαμε να το ρίξουμε μονόπλευρα στην οινική αρχαιολογία, απολαμβάνοντας φιάλες από ωραίες παλιοσειρές που κοιμούνταν στην κάβα. 

Χάρη στην θεάρεστη πρωτοβουλία Save Vintage 2019, την οποία υποστηρίζω θερμώς, άρχισα να ψάχνω φιάλες της τελευταίας εσοδείας και να δοκιμάζω ωραία κρασιά, προκειμένου να διαμορφώσω μία ιδέα άρθρου για το website που βρισκόμαστε. Ξαφνικά, έπεσα πάνω στο Αηδάνι Αργυρού και ήταν σαν να με μαστίγωσε κυκλώνας αισιοδοξίας από την έκπληξη μιας κρασάρας που ειλικρινά δεν περίμενα ότι θα δοκιμάσω. Τότε ήταν που ενεργοποιήθηκαν τα «anything but chardonnay» αντανακλαστικά μου και άστραψε η ιδέα ότι σε μια τόσο καλή χρονιά έχουμε τη μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουμε τις πιο σπάνιες, τις λιγότερο γνωστές, τις «off Broadway» λευκές ποικιλίες της Ελλάδας στα καλύτερα τους. Ιδού λοιπόν…  

 

Aidani, Estate Argyros

Θα είμαι εντελώς ειλικρινής: δεν μου είχε τύχει μέχρι τώρα να πιω αηδάνι που να με κάνει να βαρέσω προσοχή. Συμπαθητικό το θεωρούσα, αλλά δεν το αγόρασα ποτέ, έτσι καθώς το επισκίαζε πάντα το ασύρτικο. Τούτο δω, όμως, του ’19, είναι άλλο πράμα! Το άρωμά του θαρρείς και το κόβεις με το μαχαίρι, έχει μια διάχυτη εξωτική διάσταση, φυτρώνουν πάνω του λευκά λουλούδια, μοσχοβολάει ώριμο πεπόνι κανταλούπ, σπινθιρίζουν μέσα του φλούδες πορτοκαλιού και νιώθω να φοράει ωραία βανίλια. Ας μην έχει περάσει από βαρέλι, όντας γέννημα – θρέμμα του ατσαλιού της δεξαμενής. Προσκυνάω, κατόπιν, ωραίο σώμα, με 14 ολόκληρους βαθμούς αλκοόλ, αλλά και μια αστραφτερή οξύτητα, τέτοια που να μην το αφήνει να γίνει πλαδαρό, με το όλον να διαθέτει ωραιότατη δομή και όγκο. Το φρούτο περισσεύει και η ορυκτότητα σερφάρει πάνω σε φλούδα μοσχολέμονου. Αναμφιβόλως πολύ ωραίο στυλ. Το ταίριαξα με φουρνιστά τσιπς από φλούδες πατάτας και σπινθιροβόλησαν πάνω τους ωραία εσπεριδοειδή και πεπόνι, υπογραμμίζοντας μια γήινη αίσθηση. Είναι τέλειο με γιουβαρλάκια αυγολέμονο, έτσι που η οξύτητά του, συνδυασμένη με τον πλούτο του, τα βγάζει άνετα πέρα με την πληθωρική σάλτσα. Αν το πιεις με κεφτέδες θα νοιώσεις το δυόσμο τους ν’ ανθίζει. Με κεφαλογραβιέρες και πεκορίνο Αμφιλοχίας τα πάει πολύ καλά. Σιγουράκι με ψάρια, καλαμάρια, αστακούς κ.λπ. Προέρχεται από δύο αμπελοτόπια της Επισκοπής, κοντά στο οινοποιείο του Αργυρού και η εσοδεία του ’19  έδωσε 7.500 φιάλες, από τις 12-13.000 που θα μπορούσε να δώσει θεωρητικά.

 

Ροζακί, Οινοποιία Τσικρικώνη

Ούτε που θα μου πέρναγε απ’ το μυαλό ότι αυτές οι κέρινες, γοητευτικές ρώγες με τη γλυκοφάγωτη γεύση, που τις τρώγαμε παιδιόθεν, θα μπορούσαν να δώσουν ποτέ κρασί που να μην είναι από αυτά που ξενερώνουν τον οινόφιλο του σήμερα. Η οινοποιία Τσικρικώνη  στο Μυρτόφυτο της Καβάλας είναι γερά δεμένη με αυτή τη δημοφιλή ποικιλία επιτραπέζιων σταφυλιών (ροζακί), διαθέτοντας έναν αμπελώνα 60 και βάλε χρόνων, που έχει  εγκλιματιστεί στο μεσοκλίμα της περιοχής. Τα πρέμνα των αμπελιών μοιάζουν με γλυπτά, έτσι όπως συστρέφονται και μπλέκονται με απρόσμενους τρόπους και η Ελένη Τσικρικώνη, που είναι ζωγράφος, αποτυπώνει με σχέδια τις φόρμες τους σε διαφορετικές κάθε χρονιά ετικέτες. Απ’ ό,τι φαίνεται, σ’ αυτό το ξερικό αμπέλι, σε συνδυασμό και με την ηλικία του, οι αποδώσεις μένουν χαμηλά, στα 500 με 600 κιλά το στρέμμα και σε μια χρονιά σαν το 2019 δίνουν έναν πολύ ξεχωριστό οίνο. Καθώς, μάλιστα, δεν προσθέτουν επιλεγμένες ζύμες στην οινοποίηση, το αποτέλεσμα της ωραίας ιδιομορφίας αυτού του κρασιού είναι εμφανές. Στο άρωμα ενός κρασιού είναι εντελώς ασυνήθιστη η συνύπαρξη λευκών (λεμονάτα ροδάκινα) και κόκκινων φρούτων (κεράσι). Στο Ροζακί Τσικρικώνη ’19 ο συνδυασμός αυτός εκφράζεται πολύ κομψά, κεντημένος με λεπτό μοσχοβόλισμα λουλουδιών. Πιες μια γουλιά και θα δεις πώς αλλάζει το σκηνικό σ’ ένα μεστό κρασί φαγητού, που ισορροπεί ανάμεσα στο εκφραστικά ρουστίκ και στην κομψότητα. Έχοντας  παραμείνει σε ανοξείδωτες δεξαμενές με επιλεγμένες οινολάσπες για αρκετούς μήνες, έχει στόμα νόστιμα οινώδες. Η χρονιά το προίκισε με σθεναρή οξύτητα και το άρωμα της φράουλας μπλέκεται με αυτό της φλούδας πράσινου λεμονιού. Βάλτε το δίπλα σε ζαργάνες, παλαμίδα, ριζότο με σουπιά η καλαμάρι, καρμπονάρα και caccio e pepe και δεν θα κακοπεράσετε.

 

Tinaktorogos, Ktima Brintziki 

Δεν είναι μικρό πράγμα να λες στο βιογραφικό σου ότι σε ήξεραν ακόμη και στα ομηρικά χρόνια και με το που ακούν το όνομά σου όλοι να λένε, Εντάξει, αυτό το σπάνιο κρασί πρέπει να το δοκιμάσω. Κυριολεκτικά τινακτορώγος, λοιπόν, αφού όταν ανθίζει τούτο το αμπέλι ρίχνει μεγάλο αριθμό λουλουδιών και μέσω αυτής της ανθόρροιας πραγματοποιεί από μόνο του πράσινο τρύγο. Η ευτυχής σύμπτωση είναι ότι το καλλιεργούν και οινοποιούν αποκλειστικά σε ένα οινοποιείο που το 1994 χαρακτηρίστηκε το πρώτο «πράσινο» στην Ελλάδα, στο χωριό Λαντζόι, κοντά στην Αρχαία  Ολυμπία. Χαίρεσαι να το μυρίζεις αυτό το κρασί καθώς η μύτη του, βαθειά και κομψή, θυμίζει τον πλούτο ενός σιροπιού δυόσμου και χαμομηλιού, τα εσπεριδοειδή (λεμόνι – πορτοκάλι) το φωτίζουν και όλα αυτά ακουμπάνε σε ένα χαλί κίτρινων φρούτων. Το στόμα είναι ισορροπημένο ανάμεσα στο αλκοόλ του και στην καλή του οξύτητα, τα αρώματα του πορτοκαλιού και των βοτάνων χρωματίζουν τη γεύση, και το λεμονάτο, δροσιστικό φινάλε συγκαταλέγεται στα ατού του. Μια μικρή βοτανική πικράδα δεν το κολακεύει, αποτελεί όμως ωραία γέφυρα για να το πιεις με αμπελοφάσουλα. Μου άρεσε, όμως, πολύ και η λεμονάτη ευγένεια που αναδεικνύεται δίπλα στα γεμιστά.

 

Κυδωνίτσα Τσιμπίδη 

Κάποτε ήταν πολύ φολκλόρ τώρα, όμως, η ετικέτα αυτής της κυδωνίτσας, με το δυναμισμό των ελεύθερα σχεδιασμένων παράλληλων γραμμών της σε μαύρο και χρυσό είναι σαν έργο τέχνης που ευχαρίστως θα κρέμαγα στο σαλόνι μου. Ποικιλία παμπάλαια, γηγενής και σπάνια, ένα από τα συστατικά του θρυλικού κρασιού Malvasia, είναι λίγα χρόνια τώρα που ακούγεται, αναβιώνοντας συστηματικά την ύπαρξή της. Έχει πολλά ατού να δείξει για να μας κατακτήσει. Έτσι όπως το μεσοκλίμα της περιοχής που την καλλιεργούν ευνοεί τον πρώιμο τρύγο, τα αρώματα του κρασιού συνήθως δεν καίγονται και η οξύτητα παραμένει υψηλή. Στο κρασί αυτό του ’19, στροβιλίζονται μέσα στο ποτήρι φλούδες εσπεριδοειδών, προεξάρχοντος του λεμονιού, που δίνουν σκυτάλη στον γλυκόξυνο πλούτο του ανανά, για να καταλήξουν σ’ ένα φόντο από πλούσιες μυρωδιές γιαρμά και ώριμου μάνγκο. Νοιώθεις μια ωραία πληρότητα και θέλεις να το μυρίζεις ξανά και ξανά. Πάμε τώρα να συνεχίσουμε αναλόγως ωραία, πίνοντάς το. Είναι μεστή και γεμάτη γραμμένο φρούτο αυτή η κυδωνίτσα, αλλά την ίδια στιγμή δροσιστική, όλο νεύρο, με τη γεύση και την επίγευσή της βαμμένη με ωραία πικράδα πράσινου λεμονιού, προσωποποίηση αναζωογονητικής χλωροφύλλης. Ταιριάζει στα σίγουρα με ψάρια, θαλασσινά και λευκά κρέατα, είναι πολύ καλή με γεμιστά, αλλά αν θέλετε να πάθετε πλάκα βάλτε την δίπλα σ’ ένα γενοβέζικο πέστο ή αν είσαστε τυχεροί, όπως εγώ, δίπλα σε μια σάλτσα από φύλλα άγριου σκόρδου (λ.χ. με ζυμαρικά ή λευκά κρέατα). Χλωροφύλλη συν χλωροφύλλη διακτινίζονται στο υπερδιάστημα της γαστρονομικής απόλαυσης.

 

Methymnaeos Orange

Για το φινάλε διάλεξα το πορτοκαλί κρασί αυτού του οινοποιείου, μιας και το μοναδικό σταφύλι που καλλιεργεί και οινοποιεί είναι κόκκινο και στην πορτοκαλί εκδοχή του είναι όντως αστέρι. Το όνομα του ξύνει το αυτί σαν μαχαίρι σε πέτρα. Το λένε Χυδηριώτικο. Δεν μπορείς να σκεφτείς ότι χορεύεις βαλς με υπόκρουση Γιόχαν Στράους όταν το προφέρεις. Κι όμως, αυτός ο εκ πρώτης όψεως ρουστικανός είναι ένας κομψός ευπατρίδης από τα Χύδηρα της δυτικής Λέσβου και πολυδύναμο εργαλείο στα χέρια του οινοποιού Ιωάννη Λάμπρου. Η ανατροφή της ποικιλίας είναι άγρια, αφού η οινοποίηση της γίνεται χωρίς κανέναν έλεγχο θερμοκρασίας. Αυτό δίνει, άλλωστε, στο κρασί το χαρακτηριστικό πορτοκαλο-σομόν χρώμα του. Κάπου μεταξύ κόκκινων φρούτων, φλούδας πορτοκαλιού κονφί και βαλσαμικής καραμέλας βρίσκονται οι συντεταγμένες του αρωματικού δυναμικού του, εντελώς πρωτότυπο και γοητευτικά αλλοιώτικο. Μετά το βάζεις στο στόμα και σε εκπλήσσει το πόσο κομψή είναι αυτή η οξειδωμένη γεύση με μπόλικο φρούτο, αστεράτη οξύτητα και μία ασυνήθιστη ορυκτότητα που προέρχεται από τα θειώδη εδάφη του παλιού ηφαιστείου όπου φυτρώνουν τα χυδηριώτικα σταφύλια. Εκείνου που είναι υπεύθυνο και για το περίφημο απολιθωμένο δάσος της Μυτιλήνης. Είναι κρασί για πιλάφια με κυνηγημένα ορτύκια και τσίχλες και για παπί ψητό με λίγα κεράσια. Είμαι περίεργος να το βάλω δίπλα σε καμαμπέρ, ρεμπλοσόν και ανάλογα γαλλικά τυριά, ενώ σίγουρα θα νοιώσει ευτυχισμένο με κάποια εξ Ιταλίας ωριμασμένα σε φύλλο δρυός τυριά, με παλαιωμένη γκούντα, με ώριμο κρητικό ανθότυρο και με κρασοτύρια. Πάντως, τώρα, καλοκαιριάτικα, μη διστάσετε να το πιείτε με γεμιστά. Του αρέσει πολύ η πυκνή γεύση της φουρνισμένης ντομάτας!