ΚΡΑΣΙΑ

Το μοσχάτο από τη Σπίνα είναι ποικιλία φίνα

  21/11/2020

του Αργύρη Καλλιανιώτη

 

Δύο κρασιά από την ίδια ποικιλία σε εντελώς διαφορετικές εκδοχές οδηγούν σε ένα συμπέρασμα: πως το μοσχάτο Σπίνας, αυτός ο κλώνος μοσχάτου άσπρου, αξίζει να αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο από τους σταθερά ανερχόμενους οινοποιούς της Κρήτης.

Στο βόρειο τμήμα της επαρχίας Σελίνου βρίσκεται το χωριό Σπίνα που ανήκει στο Δήμο Καντάνου-Σελίνου Χανίων Κρήτης. Το μικρό αυτό χωριό με τις 70 πηγές στα 746μ. υψόμετρο στο βουνό Αποπηγάδι, είναι σε μία από τις πλέον καταπράσινες περιοχές της Κρήτης (που έχει, όμως, δοκιμαστεί από πυρκαγιές), όπου ανθεί η κτηνοτροφία, η παραγωγή αγροτικών προϊόντων, κυρίως κάστανων και σε μεγάλο βαθμό η μελισσοκομία.

 

MoschatoSpinasPaterianaki.jpgΊσως η μελισσοκομία να δίνει μια εξήγηση στο γεγονός ότι ένα τόσο μικρό χωριό όπως η Σπίνα, με 8 μόλις κατοίκους το 2016, έδωσε το όνομά του σε μία ποικιλία αμπέλου κι ας πρόκειται για κλώνο του μοσχάτου (με πιο λεπτό, ωστόσο, χρυσοκίτρινο φλοιό και μικρά τσαμπιά με μικρές ρόγες). Αυτό καταλαβαίνουμε, τουλάχιστον, από την ετικέτα τού ενός από τους δύο ξηρούς ποικιλιακούς οίνους από μοσχάτο Σπίνας που δοκιμάζουμε. Στην ετικέτα του Moschato Spinas 2019, Paterianakis Organic Boutique Winery αναγράφεται πως το κρασί αυτής της ποικιλίας είναι το κρασί της μέλισσας (Πλήνιος, ρωμαϊκή περίοδος) ή ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, στην ελληνική αρχαιότητα, το κρασί «Μελισσέας». Άλλωστε, για τους ανθρώπους του Κτήματος Πατεριανάκη το κρασί αυτό αφορά όντως «a journey through time» (ένα ταξίδι στο χρόνο), αφού, όπως λένε, περιπλανήθηκε ως γλυκό, πληθωρικό και αρωματικό και το 1750 έφτασε στη Σπίνα Χανίων. Το κόμισε μια κοσμοπολίτισσα γυναίκα, μαζί με το μύθο και των δύο.

 

Λιγότερο μυθική, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα και περισσότερο αμπελοκεντρική ιστορία, προβάλλει το κρασί Nostos Muscat of Spina 2019 της οινοποιίας Μανουσάκη, αφού η ετικέτα του αναγράφει διακριτικά πως προέρχεται από προφυλλοξηρικά αμπέλια (άρα και πολύ μεγάλης ηλικίας). Ωστόσο, συμβολισμός και μάλιστα λογοπαιγνίου υπάρχει και σε αυτήν, με τα τρία ανθάκια νάρκισου. Αλλού τα λένε ζαμπάκια, αλλού μυρτολούλουδα και στην Κρήτη μανουσάκια. Εδώ τα «μανουσάκια» δεν είναι άλλα από τις 3 κόρες του Έλληνα της Αμερικής Θεόδωρου Μανουσάκη, εμπνευστή του οινοποιείου. Δηλαδή της Αλεξάνδρας, που επέστρεψε εδώ και αρκετά χρόνια στην Ελλάδα για να το διοικεί και να το αξιοποιεί και των δύο αδερφών της.

 

Με άλλα λόγια, ένα ακόμα κοινό στοιχείο των δύο αυτών κρασιών από μοσχάτο Σπίνας είναι ότι παράγονται από οινοποιεία που ανήκουν σε πατεράδες με τρεις κόρες έκαστος. Γιατί και ο Γιώργος Πατεριανάκης τρεις κόρες έχει (την Εμμανουέλα, τη Νίκη και τη Γεωργία), οι οποίες απαξάπασες ασχολούνται με την οινοποιία. Ως εδώ, όμως, οι ομοιότητες, γιατί φτάνοντας στα δύο αυτά κρασιά αντιλαμβάνεσαι πως διαφέρουν και μάλιστα πολύ, από την πρώτη ματιά, την πρώτη μύτη και την πρώτη γουλιά. Παρουσιάζουν, όμως, ενδιαφέρον αμφότερα.

 

 

manousaki-moscato-spinas.jpgΔύο διαφορετικά στυλ

Έντονα χρυσαφί και αρκετά σκούρο κίτρινο, το κρασί της οικογένειας Πατεριανάκη διαφέρει χρωματικά από το ανοιχτό κίτρινο με ελαφρά γκρι ανταύγειες της οινοποιίας Μανουσάκη. Πυκνό και έντονο στη μύτη το πρώτο, ακόμα και πριν την ανάδευση βγάζει γλυκά αρώματα και είναι ευχάριστα οινώδες. Με την ανάδευση πλημυρίζει την όσφρηση με άνθη και φρούτα με μια γοητευτική, ντεκαντάνς αίσθηση ποτ-πουρί, σε μοσχάτο φόντο με νύξεις μελιού. Αντίθετα το δεύτερο κρασί, μάλλον πιο αυστηρό αρωματικά, ελαφρώς ορυκτώδες και κομψό, θέλει λίγη ώρα στο ποτήρι προτού αρχίσει να βγάζει αρώματα όπως ο κολοκυθόσπορος και άλλοι ξηροί καρποί, μυρωδιές από διάφορα ανοιχτόχρωμα άνθη και φρέσκο μοσχάτο σταφύλι.

 

Στο στόμα ο οίνος Πατεριανάκη «σπαρταράει». Τον νιώθεις, λες και κινείται από μόνος του, σε ύφος πιο μοσχάτου χαρακτήρα, ζωντανός, γεμάτος ενέργεια, πυκνός και λιπαρός. Ισορροπεί όμορφα ανάμεσα στην αρκετή για 12% αλκοόλ γλυκερίνη, έναντι όσης οξύτητας είναι απαραίτητη, ώστε η αίσθηση του μυελώδους να κυριαρχεί έως τη μακρά επίγευση. Διαμετρικά αντίθετα στον μάλλον ρουστίκ χαρακτήρα αυτού του κρασιού, ο οίνος Μανουσάκη επιτίθεται στο στόμα με αφοπλιστική για μοσχάτο κομψότητα. Χωρίς υπερβολές αρωμάτων και εντυπωσιασμούς, ισορροπεί καλά ανάμεσα στο 13% αλκοόλ (σημαντικά λιγότερο από άλλες χρονιές) και μιας οξύτητας με σοφή αναλογία. Τα αρώματα μάλλον χειμερινών φρούτων συμμαχούν δε συμπαγώς με τον αξιοσημείωτο όγκο του στόματος, παρά τη φινέτσα του. Σε αυτό το κλίμα, που είναι μάλλον το αποτέλεσμα άλλου κλήματος, προφυλλοξηρικού, οδηγούμαστε σε μία κάπως άγουρη και πολύ καλής διάρκειας επίγευση.

 

 

Μοσχάτο Σπίνας: αξίζει αξιοποίηση από περισσότερους

Το πιο εξελιγμένο, λοιπόν, κρασί εκ των δύο, του Ηρακλείου, αλλά και το πιο φρέσκο, των Χανίων, καταδεικνύουν πως ο κλώνος αυτός του μοσχάτου έχει ενδιαφέρον. Εν κατακλείδι, αξίζει περισσότερο ψάξιμο για ξηρά κρασιά χωρίς κραυγαλέα μοσχάτο χαρακτήρα, τόσο στο νομό απ’ όπου προέρχεται, όσο και στο νομό Ηρακλείου, όπου το μοσχάτο Σπίνας φαίνεται να έχει αξιοποιηθεί περισσότερο. Γιατί για γλυκούς οίνους θεωρείται δεδομένο. Άλλωστε, προβλέπεται και στο χαρμάνι της σχετικά νεοσύστατης και κατακτημένης μετά από μακρές διεκδικήσεις γεωγραφικής ένδειξης για γλυκά λευκά κρασιά ΠΟΠ Malvasia Χάνδακας-Candia (έως 15%, μόνο του ή με Malvasia di Candia aromatica, αν συμμετέχει στο χαρμάνι). Για την ιστορία, το πρώτο μονοποιλιακό κρασί από μοσχάτο Σπίνας παρήγαγε το 2007 το Οινοποιείο Στραταριδάκη, το οποίο φέρεται ως το νοτιότερο οινοποιείο της Ευρώπης, στα Καστελλιανά Ηρακλείου.