ΚΡΑΣΙΑ

Moi, je m’en fous, Αιώρα και Τσιγκέλω!

  16/12/2020

της Άννας Άγα

Τρία ερυθρά κρασιά του 2019· τρία ορεινά αμπελοτόπια· τρεις διαφορετικές οινοπαραγωγικές περιοχές· ένας κοινός παρονομαστής (εκτός από τα περίεργα ονόματα!): η φρεσκάδα.

 

Tsigelo1.jpgΤσιγκέλω 2019

Το Τσιγκέλω 2019 Ρούβαλη (ΠΓΕ Πλαγιές Αιγιαλείας), είναι ένα νέο σχετικά κρασί για την οινοποιία (κυκλοφόρησε για 1η φορά το 2017) και παίρνει το όνομά του από την ομώνυμη ποικιλία, ή πιο σωστά από έναν υψηλής ποιότητας κλώνο της μαυροδάφνης. Γηγενής, καλλιεργείται στην περιοχή της ορεινής Αιγιαλείας και πιο συγκεκριμένα στις Δάφνες και στους Πετσάκους σε υψόμετρο 500-650 μέτρα. Τα εδάφη εκεί είναι τόσο φτωχά όσο ωραία είναι η θέα, η σύστασή τους ευνοεί την αποστράγγιση των υδάτων, οι δε αποδόσεις των αμπελιών δεν ξεπερνούν τα 450 κιλά στο στρέμμα. Οι ορεινοί αυτοί αμπελώνες καλλιεργούνται με ελάχιστες επεμβάσεις, οι οποίες συνήθως γίνονται προληπτικά και με επιλεγμένα βιολογικά σκευάσματα.

Για την παραγωγή του Τσιγκέλω 2019 (4.000 φιάλες), ο τρύγος πραγματοποιήθηκε χειρωνακτικά, σε μικρά τελάρα και τα σταφύλια μεταφέρθηκαν άμεσα στο Οινοποιείο Ρούβαλη για επιλογή, ελαφρύ εκραγισμό και προζυμωτική εκχύλιση στους 8-10°C για τρεις ημέρες. Η εκχύλιση συνεχίστηκε για περίπου μία εβδομάδα, παράλληλα με την έναρξη της αλκοολικής ζύμωσης, με χρήση ουδέτερων επιλεγμένων ζυμών σε θερμοκρασίες 15-20°C. Ακολούθησε μηλογαλακτική μετατροπή («ζύμωση»), στοχεύοντας σε μία φυσική σταθεροποίηση του κρασιού, ενώ τονίστηκε και η βουτυράτη, κρεμώδης υφή του. Το 80% του κρασιού ωρίμασε για πέντε περίπου μήνες σε πήλινους χειροποίητους αμφορείς και το υπόλοιπο 20% σε δρύινα γαλλικά βαρέλια.

Rouvalis_Winery.jpgΣε όλα τα στάδια της οινοποίησης, από την παραλαβή του σταφυλιού μέχρι και την εμφιάλωση, αξιοποιήθηκε η φυσική ροή μέσω βαρύτητας για την αποφυγή χρήσης αντλιών. Άλλωστε, η κατασκευή του οινοποιείου Ρούβαλη είναι βασισμένη ακριβώς σε αυτήν την αρχή. Το κρασί εμφιαλώθηκε αφιλτράριστο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για εσάς; Ότι έχει βαθύ πορφυρό χρώμα· ότι έχει ένα ασυνήθιστο και σαγηνευτικό βοτανικό προφίλ με αρώματα δάφνης, ευκαλύπτου και βοτάνων· ότι στη γεύση οι συνήθως άγαρμπες τανίνες της μαυροδάφνης έχουν γίνει προβατάκια. Προσθέστε στο πλέγμα ώριμα κοκκινόμαυρα φρούτα, μεγάλη επίγευση και αρμονία και έχετε στα χέρια σας ένα πολύ ωραίο κρασί. «Πρόκειται για ένα νέου κύματος ερυθρό κρασί, μέρος της στροφής που παρατηρείται παγκοσμίως από το υπερώριμο και συμπυκνωμένο στυλ προς τα πιο μεταξένια κρασιά, με φρεσκάδα, φινέτσα και λεπτότητα που εκφράζουν τερουάρ και ποικιλία», λέει η δημιουργός του Θεοδώρα Ρούβαλη. Nouvelle vague, λοιπόν. Pourquoi pas?

 

 

Αιώρα 2019

Aiora1.jpgΟινοποιείο Μοσχόπολις. Aμπελώνας: Μονοπήγαδο Θεσσαλονίκης με θέα τον Όλυμπο, υψόμετρο 350 μέτρα.  Μαυροτράγανο, ξινόμαυρο, σιρά, 30-30-40%. Αποτέλεσμα: Ποικιλιακός Οίνος Αιώρα. Το όνομά του προέρχεται από ένα έθιμο της μεγάλης γιορτής των Ανθεστηρίων που σχετίζεται με το Θεό του κρασιού, Διόνυσο. Η καλλιέργεια είναι απολύτως βιολογική (εκ πεποιθήσεως και όχι τυχαίως) και το έδαφός αργιλοασβεστώδες, με πολλές, πολλές πέτρες. Οι αποδόσεις γύρω στα 500-600 κιλά το στρέμμα, χαμηλές.

Φιλοσοφία του οινοποιείου είναι οι περιορισμένες οινολογικές επεμβάσεις και ο σεβασμός στην παράδοση, με στόχο την παραγωγή κρασιών που αναδεικνύουν και διατηρούν το φρουτώδη χαρακτήρα των ποικιλιών τους. Ο τρύγος πραγματοποιείται χειρωνακτικά, ενώ οι διαδικασίες οινοποίησης για το Αιώρα 2019 ξεκίνησαν με αυθόρμητη ζύμωση από γηγενείς ζυμομύκητες σε ανοξείδωτες δεξαμενές ελεγχόμενης θερμοκρασίας.

Moschopolis.jpgΗ εκχύλιση διήρκεσε επτά περίπου ημέρες. Όταν ολοκληρώθηκε η αλκοολική ζύμωση το κρασί ξεκουράστηκε για τέσσερις περίπου μήνες στις λεπτές οινολάσπες του σε πήλινους αμφορείς από την Κρήτη. Εμφιαλώθηκε αφιλτράριστο με πολύ χαμηλά επίπεδα θειώδους.

Το Αιώρα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2017. Η παραγωγή του 2019 έφτασε τις 5.500 φιάλες των 750ml και 300 φιάλες magnum. Έχει ένα όμορφο ρουμπινί χρώμα με μέτριο βάθος. Στην έντονη μύτη επικρατούν ώριμα και ζουμερά μαύρα φρούτα όπως βύσσινο, μύρτιλο και κεράσι Βοδενών. Ο ελκυστικός αυτός χαρακτήρας συμπληρώνεται με νύξεις βιολέτας, γλυκών μπαχαρικών και μία αίσθηση πηλού και νωπού χώματος που χαρίζουν στο κρασί μία ενδιαφέρουσα πολυπλοκότητα. Στο στόμα η οξύτητα και το σώμα είναι μέτρια, οι τανίνες καλοδομημένες, οι δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης απτές.

«Είναι ένα κρασί με ελάχιστες οινολογικές παρεμβάσεις, φτιαγμένο να αποθεώνει την καθημερινή ζωή χαρίζοντας απλόχερα ό,τι έχει να προσφέρει το φρούτο και το αμπέλι», δηλώνει σπονδειακά ο οινοποιός του Θοδωρής Γερμάνης.

 

 

 

MOI__JE_M_EN_FOUS__RED1.jpgMoi, je m’en fous! 2019

Moi, je m’en fous: αδιαφορώ, σκοτίστηκα, δε με νοιάζει, δε μου καίγεται καρφί, δεν δίνω δεκάρα ―για να περιοριστούμε στα πιο κόσμια―, το όνομα του κρασιού αυτού είναι από μόνο του μία διακήρυξη που ξεπερνά τα πεδία του οίνου (τα οινοπέδια;). Είναι ένα  κρασί για «απόδραση στην ανεμελιά», όπως λέει η ετικέτα του ή μία πρόκληση τύπου «agent provocateur»; Σε κάθε περίπτωση, από το 2014 που πρωτοκυκλοφόρησε, συναντά εμπορική επιτυχία και οι πολλοί του φίλοι εκτιμούν τον πράο και φρέσκο χαρακτήρα του. «Απαλό και ευκολόπιοτο», αυτό είναι το ζητούμενο σύμφωνα με τον παραγωγό του Γιώργο Καραμήτρο. 

Αφετηρία του στόχου είναι η χρήση της ποικιλίας λημνιώνα, που στην περίπτωση αυτή καλλιεργείται στους ημιορεινούς πρόποδες των Αγράφων. Η Λίμνη Πλαστήρα, σε κοντινή απόσταση, εξομαλύνει τις καιρικές συνθήκες και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού για το αμπέλι μεσοκλίματος.

WINERY_KARAMITROS.jpgΤη σκυτάλη παίρνει η οινοποίηση, που ξεκινά με κρυοεκχύλιση, μία τεχνική που αναδεικνύει τα αρώματα του σταφυλιού. Ακολουθεί η αλκοολική ζύμωση (και αυτή σε σχετικά χαμηλή θερμοκρασία 16-17°C) με αξιοποίηση της γηγενούς ζυμοχλωρίδας και με σύντομη εκχύλιση, μέχρι πέντε μέρες. Ακολουθούν ήπιες κατεργασίες και εμφιάλωση σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ωρίμαση.  

Το κρασί 2019 (ΠΓΕ Καρδίτσα), κυκλοφόρησε σε 18.000 φιάλες και έχει ένα λαμπερό πορφυρό χρώμα και έντονα αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων, με κυρίαρχα το κεράσι, το σμέουρο και το κράνμπερι. Ο φρέσκος και ζωηρός χαρακτήρας της μύτης ενισχύεται στο στόμα, το οποίο έχει μέτρια οξύτητα, ανάλογο σώμα, παιχνιδιάρικες και απαλές τανίνες και ευχάριστα φρουτώδη επίγευση. Πίνεται σχετικά δροσερό, δηλαδή στους 14°-16°C.